Άρθρα

Συνέντευξη του Πάβελ Παβλικόφσκι

Ο κορυφαίος Πολωνός σκηνοθέτης γράφει στην Υδρα ένα νέο σενάριο και ετοιμάζεται για το Φεστιβάλ της Δράμας, όπου θα είναι μέλος της Κριτικής Επιτροπής του Διεθνούς Τμήματος. Ο δημιουργός της βραβευμένης με Οσκαρ «Ιντα» και του «Ψυχρού πολέμου» χαίρεται που τα φεστιβάλ ξανάρχισαν να γίνονται με φυσική παρουσία και όχι μόνο online. Και ελπίζει να μη ζήσει το τέλος των αιθουσών, της μεγάλης οθόνης και των θεατών.

Συνέντευξη στην Βένα Γεωργακοπούλου για το efsyn


Φανταζόμουν ότι στο τηλεφωνικό μας ραντεβού θα τον έβρισκα στη Βαρσοβία. Ήταν, όμως, στην Ύδρα, κλεισμένος στο σπίτι του και έγραφε ένα σενάριο. Την είχα ξεχάσει την ελληνική αυτή πινελιά του Πάβελ Παβλικόφσκι, ίσως γιατί έχουμε τόσο πολλά, ελληνικά και διεθνή, να θυμόμαστε γι’ αυτόν τον μεγάλο και τόσο ιδιαίτερο Πολωνό σκηνοθέτη, που σε λίγες μέρες θα είναι στη Δράμα, χαρίζοντας στο 43ο Φεστιβάλ της Ταινιών Μικρού Μήκους (20 με 26 Σεπτεμβρίου) τη λάμψη και τη γοητεία του. Λάμψη από Όσκαρ. Γοητεία κινηματογραφική και προσωπική.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Κι ας ήταν η κινηματογραφική του πορεία αργή και γεμάτη ψάξιμο και στροφές και πολυμορφία. Από μας, άλλωστε, ξεκίνησε το 2000, όταν το βρετανικό «Τελευταίο καταφύγιό» του του χάρισε στη Θεσσαλονίκη τον Χρυσό Αλέξανδρο και ορκισμένους φαν, που άρχισαν να τον παρακολουθούν.

Έπρεπε, όμως, αυτός ο λιγομίλητος, εσωστρεφής Πολωνός εξόριστος στην Αγγλία από μικρό παιδί, ακολουθώντας τους φυγάδες από την κομμουνιστική σκοτεινιά μποέμ γονείς του, να ξανασυναντήσει τις ρίζες του, να επιστρέψει στην ελεύθερη πια πατρίδα του και να γυρίσει δύο καθαρά πολωνικές ταινίες, για να εκτοξευθεί στην παγκόσμια κορυφή. Πρώτα τη μικρή, αιρετική κινηματογραφικά, τολμηρή πολιτικά, αλλά τρομερά συγκινητική «Ιντα», που κέρδισε άπειρες διακρίσεις, λατρεύτηκε παντού -και στην Ελλάδα- και κατέληξε, το 2015, να πάρει με περίπατο κι ένα Όσκαρ Ξένης Ταινίας.

Συνέντευξη του Πάβελ Παβλικόφσκι

Μόνο στην πατρίδα του διασύρθηκε η «Ίντα» ως «αντιπολωνική» από το εθνικιστικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη – είχαν και εκλογές τότε και κλήθηκαν οι συμπατριώτες του να μην τη δουν. Γιατί έθιγε το αντισημιτικό εγκληματικό παρελθόν της χώρας μέσα από την ιστορία μιας νεαρής, καθολικής μοναχής, που ανακαλύπτει ότι είναι Εβραία και οι γονείς της δολοφονημένοι.

Συνέντευξη του Πάβελ Παβλικόφσκι

Ο Παβλικόφσκι, που κάθε άλλο παρά στρατευμένο τον λες, δεν πτοήθηκε, συνέχισε με μία ακόμα πιο γοητευτική, προσιτή, ρομαντική, πλημμυρισμένη μουσική ταινία, τον «Ψυχρό πόλεμο». Άλλος θρίαμβος αυτός του 2018, βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάνες, τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ, αλλά και κυριαρχία στα δικά μας Ευρωπαϊκά Κινηματογραφικά Βραβεία.

Ένας μεγάλος έρωτας στα χρόνια του σταλινισμού, ένα παθιασμένο, εκρηκτικό ζευγάρι καλλιτεχνών που αναζητά την ελευθερία, πηγαινοέρχεται από την Πολωνία στο Παρίσι, διασχίζει σύνορα, υφίσταται διώξεις από το καθεστώς, υποφέρει και από τις δικές του αντιφάσεις, σε μια χώρα που, ναι, το ήθελε, μας είχε πει πριν από δύο χρόνια ο Παβλικόφσκι, θύμιζε σε πολλά το σήμερα. Οι κομμουνιστικές καταπιεστικές τελετουργίες γίνονταν ένα με τον εθνικιστικό ανορθολογισμό της σύγχρονης Πολωνίας.

Δεν έχει γυρίσει από τότε άλλη ταινία, μακάρι το σενάριο της Ύδρας να είναι η επόμενή του. Ούτε βιάζεται ούτε άλλαξε ο Παβλικόφσκι. Θα το καταλάβετε διαβάζοντας παρακάτω πώς βλέπει το σινεμά, τη δόξα, τα Όσκαρ. Και οι τυχεροί που θα βρεθούν στο Φεστιβάλ της Δράμας θα τον ακούσουν να παίρνει μέρος, αφού πρώτα προβληθούν αποσπάσματα από τον «Ψυχρό πόλεμο», σε μια ανοιχτή συζήτηση με θέμα την «ψυχοθεραπευτική επίδραση που μπορεί να ασκήσει ένα κινηματογραφικό έργο στον θεατή» (ό,τι και να σημαίνει αυτό) με συντονίστρια την κινηματογραφοθεραπεύτρια Ντενίς Νικολάου.

Η κύρια δουλειά του, βέβαια, στη Δράμα θα είναι να κρίνει τις ταινίες τού ορθώς αναβαθμισμένου φέτος από τον νέο καλλιτεχνικό διευθυντή, Γιάννη Σακαρίδη, Διεθνούς Διαγωνιστικού Τμήματος. Άλλωστε, την έχει κάνει ήδη την προεργασία του.

«Θα επιστρέψω στην Πολωνία μερικές μέρες, γιατί έχω κάποιες δουλειές, και θα είμαι στη Δράμα τρεις μέρες πριν από τη λήξη του φεστιβάλ. Αλλά ήδη έχω δει όλες τις ταινίες online, μερικές θέλω να τις ξαναδώ, αξίζουν μια δεύτερη ματιά», μας λέει.

• Γιατί αποδεχθήκατε την πρόταση του Φεστιβάλ Δράμας; Απολαμβάνετε να κρίνετε; Σας αρέσουν οι μικρού μήκους ταινίες; Είχατε πεθυμήσει να βρεθείτε σε ένα φεστιβάλ;

Δέχτηκα να είμαι μέλος της Κριτικής Επιτροπής κυρίως γιατί μου το ζήτησε ο Γιάννης (Σακαρίδης). Σπουδαίος τύπος, τον γνώρισα πριν από αρκετά χρόνια, είμαστε φίλοι και του έχω εμπιστοσύνη σε ό,τι κι αν κάνει. Το Φεστιβάλ Δράμας δεν το ήξερα, μόνο στη Θεσσαλονίκη έχω πάει, αλλά όπως και να γινόταν, online ή με φυσική παρουσία, θα ήμουν περήφανος να βοηθήσω. Και χαίρομαι που τελικά κατάφερε ο Γιάννης να πραγματοποιήσει το όραμα που είχε. Αλλωστε, μου χάρισε ήδη, με την παρακολούθηση τόσων ταινιών, ένα μεγάλο και ωραίο ταξίδι. Τόσες διαφορετικές γλώσσες και χώρες, τόσα διαφορετικά στιλ ταινιών: σοβαρές, τολμηρές, πειραματικές, ρεαλιστικές, συγκινητικές. Τα πάντα. Και υπάρχουν και μερικές πραγματικά εξαιρετικές δουλειές.

• Ψάχνετε κάτι το ιδιαίτερο στις ταινίες μικρού μήκους; Ποια προσόντα θέλετε να έχουν;

Είμαι ανοιχτός σε κάθε ύφος και είδος σινεμά, αρκεί φόρμα και περιεχόμενο να έχουν συνάφεια και ενότητα. Αρκεί να μην είναι ταινίες «δήθεν» και επιτηδευμένες, να μην παίρνουν πόζες και να μην είναι φανερό ότι οι σκηνοθέτες τους τις θεωρούν απλώς μια… επαγγελματική κάρτα, που θα τους βοηθήσουν να κάνουν γρήγορα ταινία μεγάλου μήκους – κάτι, που συχνά συμβαίνει. Εννοώ ότι θέλω να δω ταινίες μικρού μήκους που γυρίστηκαν από βαθιά, προσωπική ανάγκη και όχι επειδή ο σκηνοθέτης κάτι έπρεπε να κάνει.

• Εσείς έχετε γυρίσει ταινίες μικρού μήκους; Σας βοήθησαν να βρείτε τη γλώσσα και τον εαυτό σας;

Στην πραγματικότητα ποτέ δεν έκανα μικρού μήκους στα σοβαρά, λίγες μόνο ποιητικές και πομπώδεις προσπάθειες, που πολύ χαίρομαι που εξαφανίστηκαν από το πρόσωπο της γης. Ο δικός μου τρόπος να μάθω σινεμά ήταν να γυρίζω ντοκιμαντέρ. Το έκανα από τα μέσα του ‘80 μέχρι τα μέσα του ‘90 και ήμουν τυχερός γιατί ήταν μια πραγματικά συναρπαστική εποχή, ζούσα τότε στην Αγγλία, αλλά άνοιγε σιγά σιγά η Ανατολική Ευρώπη, κάτι που με ενθουσίαζε. Τα ντοκιμαντέρ με έβγαλαν από την ομφαλοσκόπηση, γιατί με ανάγκαζαν να κοιτάξω πράγματα που, όσο κι αν με ενδιέφεραν ή τα αγαπούσα, δεν είχαν σχέση με μένα, δεν στρέφονταν γύρω από τον εαυτό μου. Τα ντοκιμαντέρ ήταν η σωτηρία μου. Πόσο μάλλον που όλη η διαδικασία τους, η έρευνα, το γράψιμο, το γύρισμα, μοιάζει με της μυθοπλασίας.

• Πώς νιώθετε, χαίρεστε που κάτι κινείται στον χώρο των φεστιβάλ, που η Βενετία το τόλμησε, έστω και με μέτρο και με μέτρα;

Δεν είμαι ειδικός σε υγειονομικά θέματα για να σχολιάσω αν είναι ή δεν είναι ασφαλή αυτά τα φεστιβάλ, είμαι κι εγώ όπως όλοι μας αρκετά φοβισμένος με τον κορωνοϊό. Πιστεύω, όμως, ότι είναι καλό να κρατήσουμε, να μη χάσουμε τη συνήθεια να βλέπουμε ταινίες σε μια μεγάλη οθόνη σε αίθουσες γεμάτες θεατές. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μεγάλωσα και δεν θα ήθελα να τον δω να σβήνει.

• Άρα, βρίσκετε λογική αυτή τη διεθνή τρέλα με το «Tenet», που η έξοδός του στις αίθουσες χαιρετίστηκε σαν τη σωτηρία του σινεμά σε εποχές κορονωϊού; Μήπως το είδατε;

Όχι, δεν το είδα, δεν είμαι μεγάλος fan του Κρίστοφερ Νόλαν, ποτέ μου δεν ευχαριστήθηκα κάποια ταινία του, έτσι το «Τenet» δεν μου λέει τίποτα, είτε σε μικρή είτε σε μεγάλη οθόνη (γελάει). Καταλαβαίνω, βέβαια, τον δημοσιογραφικό θόρυβο γύρω από την ταινία και τις τυχόν επιπτώσεις της στη βιομηχανία. Αλλά για μένα αυτό που έχει σημασία είναι να γυρίζονται ταινίες που κάτι έχουν να πουν, όχι να ρίχνουμε στην οθόνη ό,τι μας καπνίσει. Τη ζω αυτή την αγωνία τώρα που γράφω ένα σενάριο και το μόνο που σκέφτομαι είναι πώς θα κάνω μια ταινία καλή, ενδιαφέρουσα, τίμια. Εχω πολλά δικά μου προβλήματα, λοιπόν, για να δω και το «Tenet».

• Είχατε κάποιο κινηματογραφικό πρότζεκτ που η πανδημία πάγωσε; Πόσο σας επηρέασε αυτή η κατάσταση, η καραντίνα, προσωπικά αλλά και καλλιτεχνικά;

Όχι, πρότζεκτ που να πήγαινε για παραγωγή δεν είχα, έγραφα απλώς ένα σενάριο που ξαφνικά, με τον Covid-19, κάπως μου φάνηκε… Γιατί, ξέρετε, το πραγματικό πρόβλημα είναι να ελέγχεις συνέχεια τη δουλειά σου, να μπορείς να παίρνεις αποστάσεις από την ανάγκη σου να κάνεις ταινίες. Να σκέφτεσαι, για παράδειγμα, όπως έκανα κι εγώ, «γιατί να ενδιαφερθεί ο κόσμος, που έχει τόσα στο κεφάλι του, τώρα και τον κορωνοϊό, για μια ιστορία που εκτυλίσσεται στην Πολωνία του ‘60;». Έτσι, ενώ πέρασα την καραντίνα στη Βαρσοβία με την οικογένειά μου, βρίσκοντας επιτέλους την ευκαιρία να ανεβαίνουμε στα ωραία μας βουνά, τους τελευταίους δύο μήνες τούς περάσαμε στην Ύδρα. Κι εγώ κλείστηκα σπίτι και γράφω ένα καινούργιο σενάριο.

• Πιστεύετε, λοιπόν, ότι η πανδημία ίσως περάσει με κάποιο τρόπο στην ίδια την τέχνη, στο σινεμά; Εννοώ όχι σαν ξερό θέμα. Ότι ίσως αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε και κάνουμε τέχνη.

Ίσως είμαι πολύ μεγάλος πια για να αλλάξω δραματικά, ίσως τελικά συνεχίσω αυτά που κάνω και αγαπάω. Θέλω, όμως, να δω πόσο όλα αυτά που ζούμε μπορούν να με επηρεάσουν και ότι δεν είμαι ένας δεινόσαυρος του σινεμά. Αλλά, και να αποδειχτεί ότι είμαι, c’ est la vie. Το έριξα, λοιπόν, στο γράψιμο κι ό,τι βγει, άλλωστε, αφού δεν έχω γυρίσματα, είναι η τέλεια εποχή.

• Αναρωτιέμαι αν αντιμετωπίζετε την επόμενη ταινία σας με κάποια αγωνία και άγχος. Μήπως το Όσκαρ, αλλά και όλα τα άλλα βραβεία, είναι τελικά ένα βάρος και μια απαίτηση να σταθείτε στο ύψος σας, να επαναλάβετε τις δύο μεγάλες σας επιτυχίες με «Ίντα» και «Ψυχρό πόλεμο».

Όχι, καθόλου. Βρίσκομαι εδώ και καιρό σε ένα πολύ συγκεκριμένο, δικό μου καλλιτεχνικό μονοπάτι και δεν με ενδιαφέρει το επίπεδο δημοφιλίας της επόμενης ταινίας μου. Στην πραγματικότητα δεν πολυαπόλαυσα όλη αυτή την ανοησία των Όσκαρ. Σπατάλησα σχεδόν μισό χρόνο από τη ζωή μου τότε, δεν έχω καμιά διάθεση αλλά ούτε και δύναμη να ξαναπεράσω τα ίδια. Καλύτερα να κάνω άλλα πράγματα, πιο δημιουργικά.

Στην Πολωνία η κυβέρνηση δαιμονοποιεί τους γκέι

• Υπογράψατε κι εσείς πρόσφατα (17 Αυγούστου) μια επιστολή προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στην οποία, μαζί με άλλους εβδομήντα κορυφαίους καλλιτέχνες, συμπατριώτες σας, όπως τη νομπελίστα Όλγκα Τοκάρτσουκ, αλλά και ξένους (Κουτσί, ΜακΓιούαν, Ατγουντ, Αλμοδόβαρ, Ιπέρ κ.ά.) καταγγέλλατε την κυβέρνηση της Πολωνίας και τον πρόεδρο Αντρέι Ντούντα προσωπικά για ομοφοβία και τρανσφοβία, καταπίεση και εκφοβισμό της ΛΟΑΤ κοινότητας, αλλά και για δημοκρατική εκτροπή. Τι το καινούργιο συμβαίνει στην Πολωνία;

Αφορμή της επιστολής ήταν οι τελευταίες προεδρικές εκλογές του Ιουλίου, στις οποίες το κόμμα του Αντρέι Ντούντα Νόμος και Δικαιοσύνη, προκειμένου να πετύχει την επανεκλογή του, έπαιξε χοντρά και χυδαία το χαρτί της αντι-ΛΟΑΤ ρητορικής. Είχαν νιώσει ότι τους απειλούσε μια βαθιά αντίδραση και μεγάλη συσπείρωση γύρω από την υποψηφιότητα του φιλελεύθερου δημάρχου της Βαρσοβίας Ραφαέλ Τρασκόφσκι. Ηξεραν ότι αν έβγαινε δημοκρατικός πρόεδρος, θα έβαζε ένα φρένο στην αντιδραστική, εθνικιστική και αντιευρωπαϊκή πρακτική του Κοινοβουλίου, όπου το Νόμος και Δικαιοσύνη έχει ακόμα την πλειοψηφία. Φοβούνταν ότι θα έχαναν τον πλήρη έλεγχο πάνω στο κράτος. Έτσι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να βγει ο Ντούντα, σχεδιάζοντας την πιο βρόμικη προεκλογική εκστρατεία που είδε ποτέ η Πολωνία.

• Ναι, αλλά τι σόι απειλή μπορεί να αποτελεί ειδικά για την Πολωνία η ΛΟΑΤ κοινότητα;

Σε μια τόσο συντηρητική κοινωνία, με μεγάλη μερίδα ανθρώπων να έχει ελάχιστη μόρφωση και ενημέρωση και ολόκληρη την επαρχία να είναι παραδομένη στην ελεγχόμενη κρατική τηλεόραση, πανεύκολα δημιουργείς παράνοια. Ο Ντούντα εξαφάνισε κάθε άλλο θέμα και περιόρισε την καμπάνια του σε επίθεση εναντίον της ΛΟΑΤ κοινότητας, μπήκε και η Εκκλησία στο παιχνίδι και γρήγορα ο κόσμος δεν μιλούσε παρά μόνο γι’ αυτό. Του παρουσίασαν ότι υπάρχει μια συνωμοσία, μια επίθεση της ΛΟΑΤ κοινότητας στην Πολωνία, τις παραδόσεις και τις αρχές της. Την παρομοίωσαν με την επάνοδο των μπολσεβίκων, με μια νέα εισβολή των ναζί και κατάφεραν να δημιουργήσουν μια συλλογική παράνοια. Ο κόσμος το ‘χαψε, ειλικρινά σας λέω. Είναι οι ίδιες στρατηγικές, τα ίδια λαϊκίστικα κόλπα που έπαιζαν και οι κομμουνιστές παλιά, παρουσιάζοντας κάθε τόσο στον πληθυσμό νέους «δαίμονες», καλλιεργώντας τους χειρότερους φόβους του με κανονική πλύση εγκεφάλου.

• Πριν από δύο χρόνια μού λέγατε ότι ήσασταν λίγο καλύτερα στην Πολωνία από την Ουγγαρία του Όρμπαν.

Ακόμα πιστεύω ότι είμαστε λίγο καλύτερα, αν και φοβάμαι πια ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε την ίδια τη δημοκρατία. Μην ξεχνάτε, όμως, ότι υπάρχει πια ισχυρό ρεύμα εναντίον του Ντούντα και ότι ο Ραφαέλ Τρασκόφσκι έχασε μόνο με 2%. Ήταν μεγάλη επιτυχία για μας. Και, στην πραγματικότητα, η τελευταία ταινία που έχω κάνει, δεν είναι ο «Ψυχρός πόλεμος», αλλά το φιλμάκι της προεκλογικής καμπάνιας του Τρασκόφσκι.

Συνέντευξη με την Βαρβάρα Δούκα

Συνέντευξη με την Βαρβάρα Δούκα για το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Δράμας Pitching Lab

Η σκηνοθέτης και εκπαιδεύτρια Βαρβάρα Δούκα, ιδρύτρια και υπεύθυνη για το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Δράμας, μας εξηγεί ό,τι πρέπει να ξέρουμε για το Pitching Lab που φέτος θα διεξαχθεί για πρώτη φορά online. Η έμπειρη δημιουργός και καλλιτεχνική διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας, είναι εδώ και έξι χρόνια η ψυχή του δημοφιλούς Pitching, και πολύ περήφανη για τις 21 ταινίες που ολοκληρώθηκαν ξεκινώντας την πορεία τους ως φιλόδοξα πρότζεκτ στο Φεστιβάλ Δράμας.

Γιατί να συμμετάσχει κάποιος που ετοιμάζει ταινία, στο εργαστήρι Pitching του Φεστιβάλ Δράμας; Τί θα αποκομίσει και πόσο πιο πιθανό είναι να καταφέρει να γυρίσει την ταινία του;

Το εργαστήριο PITCHING του Φεστιβάλ της Δράμας, είναι πραγματικά το πιο ‘διεθνές’ από το Διεθνές τμήμα του. Απαιτεί την παρουσία των δημιουργών, σε όλη του τη διάρκεια, και την προσωπική παρουσίαση του project στο Forum. Tο να μοιραστεί κανείς τις ιδέες του, με συναδέλφους συνήθως συνομήλικους απ’ όλον τον κόσμο, σημαίνει να μοιραστεί και τη μεθοδολογία που ο καθένας αναπτύσσει, ανάλογα με την ιστορία της χώρας του, το περιβάλλον του, και τις καταβολές του, την προσωπική του ταυτότητα, γεγονός που δεν είναι μία απλή εμπειρία. Προσφέρει τη χαρά της ανταλλαγής και του μοιράσματος κοινών αγωνιών και εμπειριών, αλλά και πολλών εκπλήξεων σε θέματα που θεωρεί κανείς δεδομένα. Έτσι εμπλουτίζει τη σκέψη του, διευρύνει τη θεματολογία του, καταλαβαίνει ότι δεν είναι μόνος του, αυτοφυής, αυτός και η ιδέα του, μέσα σε αυτό το πολύπλοκο διεθνές ‘χωριό’. Μαθαίνει να αγωνίζεται για την ιδέα του, βλέποντας τον αντίστοιχο αγώνα και άλλων, και μάλιστα ίσως σε περισσότερο αντίξοες συνθήκες από αυτές που νόμιζε ότι βρίσκεται, και ταυτόχρονα, ψηλαφεί την ‘μεγάλη εικόνα’ , βιώνοντας το πρώτο crash test για το αν το project του ‘χωράει’ στην παγκόσμια αγορά, κατά πόσο αυθεντικό είναι, και που χρειάζεται στήριξη. Πολλά σχέδια, συνέχισαν και σε άλλα διεθνή pitching ή προχώρησαν την ανάπτυξη των σεναρίων τους με experts που γνώρισαν μέσα από αυτήν την διαδικασία, και έτσι κατάφεραν να υλοποιήσουν ταινίες που είχαν τύχη, και στη διεθνή αγορά.

Πέρα από την σωστή ανάπτυξη του σεναρίου και την επιτυχημένη παρουσίαση του πρότζεκτ σε δυνάμει χρηματοδότες, υπάρχει κάποιο έπαθλο;

Υπάρχουν τα χρηματικά βραβεία από την FINOS FILM, η χρηματική ενίσχυση από το ΕΚΚ, το βραβείο σε παροχές POST από την AUTHORWAVE, και από φέτος θα έχουμε και επί μέρους βραβεία ‘εις είδος’, δηλαδή ενίσχυση στην ανάπτυξη του σεναρίου από τους expert μας (development- script doctoring) και άλλα πολύτιμα στην πορεία των σχεδίων.

Φέτος, για πρώτη φορά το Pitching Lab γίνεται online. Ποια είναι τα πλεονεκτήματα της διαδικτυακής διοργάνωσης του;

Θέλουμε να μη χαθεί καμία ευκαιρία συμμετοχής ενδιαφερομένων από όποιο μέρος της γης, και να μην αλλοιωθεί ο πολυεθνικός χαρακτήρας του Pitching Lab, που έχει δεχτεί projects, και έχει βοηθήσει να γίνουν ταινίες, από την Αϊτή και τη Σιγκαπούρη, και από τον Καναδά ως την Κίνα. Αυτό σημαίνει ότι διασφαλίζουμε όλους όσους δε μπορούν να ταξιδέψουν είτε από το εξωτερικό, είτε στο εσωτερικό, δίνουμε την ευκαιρία να συμμετέχουν και άνθρωποι που ίσως το ίδιο διάστημα έχουν και άλλες υποχρεώσεις, και αντικαθιστούμε τη ‘φυσική’ παρουσία, με παρουσία on line! Μας δίνεται επίσης η δυνατότητα εισηγητές και guests teachers, που ζουν στο εξωτερικό, να έχουν μια πιο πλούσια συμμετοχή, να δώσουν συμβουλές στους συμμετέχοντες για τα ίδια τα projects, αλλά και για το πού μπορούν να τα διοχετεύσουν όταν γίνουν ταινίες (καινούριες ψηφιακές πλατφόρμες, festivals on line, ενίσχυση σχεδίων κ.α.). Θέλουμε να κάνουμε το φετινό μειονέκτημα του περιορισμού των ταξιδιών, πλεονέκτημα πλούσιου προγράμματος, ενισχυμένου team από εισηγητές, και δυνατότητα παρακολούθησης του forum, σε όλα τα μέρη της γης.

Συνήθως τα εργαστήρια Pitching απευθύνονται σε κινηματογραφιστές της χώρας διεξαγωγής του εργαστηρίου. Το Φεστιβάλ Δράμας, αντίθετα, απευθύνεται σε επαγγελματίες από όλο τον κόσμο. Γιατί;

Στα διεθνή φεστιβάλ, τα εργαστήρια pitching είναι και αυτά διεθνή, όπως υπάρχουν και πολύ γνωστά διεθνή εργαστήρια, ανεξαρτήτως φεστιβάλ. Αυτό που πιστεύω ότι πρέπει να υπάρξει ως βοηθητικός κρίκος της εντόπιας κινηματογραφίας, είναι ένα ενδιάμεσο εργαστήριο κατά τη διάρκεια του χρόνου, ανεξαρτήτως των ημερών του φεστιβάλ, που να προωθεί την έννοια του pitching, να επικοινωνεί στην κοινότητα των ‘μικρομηκάδων’, τις ικανότητες που χρειάζονται για να σταθούν σε ένα διεθνές forum, αλλά και επιπλέον να βοηθά όσους συμμετείχαν, στην περαιτέρω επεξεργασία των σχεδίων τους. Ο Γιάννης ο Σακαρίδης, ο νέος Καλλιτεχνικός Διευθυντής, είναι απόλυτα θετικός σε μία τέτοια προσπάθεια, και γενικότερα σε κάθε εκπαιδευτική δραστηριότητα που μπορεί να εξελίξει την παραγωγή των Ελλήνων κινηματογραφιστών, και να βοηθήσει τη Μικρού Μήκους Ταινία να βρει τη ‘γλώσσα’ της. Αυτό θα δραστηριοποιήσει και το Talent Lab του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας, και σε άλλα πεδία, όπως είχε συμβεί και το 2009, που ιδρύθηκε, και κάλυπτε και άλλους τομείς, όπως η Διεύθυνση Ηθοποιών, το Μοντάζ, κ.ά.

Υπήρξες από την πρώτη στιγμή η ψυχή του DramaTalent Lab (Pitching Lab, Pitching Forum). Έχουν περάσει από τα χέρια σου δεκάδες πρότζεκτ σε αρχικό στάδιο. Υπάρχουν κάποιες ευδιάκριτες τάσεις ή και αδυναμίες που παρατηρείς στους μικρομηκάδες; Υπάρχει κάτι που διαφοροποιεί τους Έλληνες;

Η συνηθέστερη αδυναμία, που έχουμε εντοπίσει και εγώ και οι συνεργάτες μου, είναι κυρίως η φτωχή θεματολογία, που ελίσσεται πάντα γύρω από ένα επίκαιρο θέμα π.χ. κρίση, προσφυγικό, κακοποίηση, ή μιμείται θεματικά, είδη που αγαπούν να βλέπουν ως ταινίες οι κινηματογραφιστές (κυρίως ταινίες μυστηρίου ή sci-fi). Θα έλεγα λοιπόν ότι λείπει η αυθεντικότητα στις ιδέες, και έτσι δυσκολευόμαστε να βρούμε και το κέντρο ενός καλού pitching, που δεν είναι άλλο από «το κίνητρο που με οδηγεί, να κάνω αυτήν την ταινία». Γιατί μιλάει αυτό το θέμα μέσα μου, σε τι με αφορά, που βρίσκομαι εγώ μέσα στην πλοκή, τελικά: ΓΙΑΤΙ ΘΕΛΩ να κάνω αυτήν την ταινία; Παλαιότερα, υπήρχε και μια άλλη αδυναμία: η απροθυμία αλλαγών. Δηλαδή, να μεταγράψει κάποιος πολλές φορές το θέμα του κατά τη διάρκεια του εργαστηρίου, να δουλέψει πάνω στην παρουσίαση του, αλλάζοντας ίσως και το ίδιο το θέμα του ή τον τίτλο του σχεδίου, ή ακόμα και το κέντρο βάρους της ίδιας του της πλοκής. Όμως αυτά έχουν προχωρήσει με τον καιρό, κυρίως γιατί οι Έλληνες κινηματογραφιστές, αποτελούν πλέον ισάξια μέλη μιας κινηματογραφικής κοινότητας, που ταξιδεύει πολύ, ανταλλάσσει ιδέες μέσα από διεθνείς διοργανώσεις, δουλεύει σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον και πολλές φορές και με ξένους συνεργάτες. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι αυτά τα 6 χρόνια το Pitching Lab της Δράμας, προσέφερε πολλά σε αυτήν την αποστολή. Θέλω εδώ να κάνω μία σημαντική αναφορά, και να ευχαριστήσω όλους τους πιστούς συνεργάτες σε αυτήν την προσπάθεια, τον Στάθη Παρασκευόπουλο που από το 2009 εργαστήκαμε για την ίδρυση του Εκπαιδευτικού προγράμματος του Φεστιβάλ στη Δράμα, τη Τζωρτζίνα Κακουδάκη που όλα αυτά τα χρόνια παρέμεινε σταθερός πυλώνας του Pitching Lab, τον John Stephens, επί τρία χρόνια σημαντικό συνεργάτη μας, ο οποίος βοήθησε να κατανοήσουν οι συμμετέχοντες τη σημασία στη δομή ενός καλού project, τους guests όπως η Αγάθη Δαρλάση, και η Αλεξάνδρα Μπουσσίου, αλλά και τους συνεργάτες από το εξωτερικό, που βάλανε τη δική τους πινελιά στο να βοηθήσουν να βρουν τα σχέδια τη θέση τους σε ένα διεθνές γίγνεσθαι. Τον Leon Herbert, Andrew Horton, τον Tony Watts, και φυσικά τον αγαπημένο Bobby Roth, που με τα εργαστήρια του στη Δράμα και στην Αθήνα, μας μύησε με το βλέμμα του, στα μυστικά όλης της κινηματογραφικής διαδικασίας από το Α ως το Ω.

Βλέποντας projects πάνω στα οποία έχετε δουλέψει στο Pitching Lab να γίνονται τελικά ταινίες, πώς νιώθεις; Είναι πολύ διαφορετικό το τελικό αποτέλεσμα από αυτό που είχατε στο μυαλό σας δουλεύοντας εντατικά τόσες μέρες; Τελικά πόσο κοντά σε αυτό που υπήρξε ως πρόθεση στο χαρτί βρίσκεται μια ταινία;

Είναι εξαιρετικά σημαντικό να παράγονται ταινίες, και το Pitching Lab, μετράει στα έξι χρόνια λειτουργίας του, ήδη 21 ταινίες στο ενεργητικό του, και ετοιμάζονται άλλες τρεις. Άλλες ξεκίνησαν και τελείωσαν όπως τις φανταστήκαμε πριν οι λέξεις γίνουν εικόνες, άλλες άλλαξαν πολύ στην πορεία, είτε γιατί οι συνθήκες, το casting ή ο προϋπολογισμός τους επέβαλαν αλλαγές, είτε γιατί αλλαγές στο σενάριο τους οδήγησε σε άλλα μονοπάτια. Το να τελειώσει κανείς μία μικρού μήκους ταινία, μπορεί να φαντάζει πιο εύκολο απ’ ότι μια μεγάλου μήκους, αλλά όσοι το επιχειρούν, ξέρουν καλά ότι δεν είναι. Για μας, είναι μία γιορτή κάθε φορά που ένας από τα «Labάκια» μας, αναγγέλλει ότι μπαίνει σε γυρίσματα, γιατί έχουμε μια αγαπημένη και ισχυρή κοινότητα από τους ανθρώπους που συμμετείχαν όλα αυτά τα έξι χρόνια, και η αλληλοϋποστήριξη μεταξύ τους, είναι συγκινητική.

Συνέντευξη του Γιάννη Σακαρίδη

Η Κέλυ Σταμούλη από dikastiko.gr μίλησε με τον σκηνοθέτη Γιάννη Σακαρίδη για τον Καθηγητή κ. Τσιόδρα, το Netflix, το Φεστιβάλ Δράμας, την κορυφαία ταινία του “Amerika Square” και άλλα ενδιαφέροντα.

Ολόκληρη η συνέντευξη του Γιάννη Σακαρίδη

1.- Καθηγητής κ. Τσιόδρας. Ποια χαρακτηριστικά τον έχουν καταστήσει πρωταγωνιστή της καθημερινότητάς μας;

Παρακολούθησα τον κ. Τσιόδρα, όταν συνειδητοποίησα ότι οι συζητήσεις με φίλους και συνεργάτες σταματούσαν απότομα λίγο πριν τις 6. Τις τελευταίες βδομάδες, οι πράξεις και τα λόγια των διάσημων και των σταρς δεν έχουν τόσο μεγάλη σημασία όσο των επιστημόνων και των γιατρών. Οι celebrities, οι rich and famous, παρά τις προσπάθειες τους, δεν επειρεάζουν την ηθική πυξίδα. Κανένας απ’ αυτούς δεν είναι ο μαγνητικός Βορράς της συνείδησης μας. Όπως ο Dr Fauci στην Αμερική, έτσι και ο Λοιμοξιολόγος Σωτήρης Τσιόδρας στην Ελλάδα, είναι ο σταρ των ημερών μας. Με ψυχραιμία ανακοινώνει και αναλύει τα στατιστικά μιας παράξενης κρίσης. Αν και υπάρχει μια νοσηρή αισιοδοξία και ένας ενθουσιασμός για μια σκληρή κατάσταση, ο κ. Τσιόδρας είναι πράγματι αξιολάτρευτος για πάρα πολλούς λόγους. Μας θυμίζει κάποιον συμμαθητή μας, που πάντα ήταν διαβασμένος, ήξερε απ’ έξω το μάθημα, αλλά ποτέ δεν έκανε επίδειξη της σοφίας του. Μας έπεισε, αυτός και η ομάδα του, να μείνουμε μέσα για βδομάδες, κάτι που δεν έχει γίνει ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας. Καραντίνα στους υγιείς.

2.- Ποιόν ηθοποιό θα επιλέγατε να ενσαρκώσει τον Καθηγητή κ. Τσιόδρα σε υποθετική ταινία σας;

Ο κ. Τσιόδρας διαθέτει μια προσωπικότητα, που την γνωρίζουν πλέον πολλοί ηθοποιοί μας. Όπως γνωρίζετε, στην Ελλάδα, έχουμε εξαιρετικούς ηθοποιούς. Τον Άρη Σερβετάλη μάλλον θα επέλεγα να τον ενσαρκώσει. Θα κατέληγα στην επιλογή του Άρη, για τη φωνή, τη σεμνότητα στο βλέμμα, τη θρησκευτικότητα αλλά και τον ανθρωπισμό που έχει η αύρα του. Επιπλέον, ο Άρης διαθέτει μοναδική αίσθηση στην κινησιολογία.

3.- Ποια ταινία του παγκόσμιου κινηματογράφου αποτελεί ναυαρχίδα καλλιτεχνική;

Το Mulholland Drive του David Lynch. Είναι μια Σουρεαλιστική, neo noir ταινία με μεγάλες δόσεις μυστηρίου. Κάθε φορά που την βλέπω, ανακαλύπτω κάτι τελείως καινούργιο στην ταινία αυτήν και κυριολεκτικά μπορώ να μιλάω ώρες για τη συγκεκριμένη ταινία. Συναισθηματικά μου θυμίζει την άλλη Αμερικάνικη ναυαρχίδα, το Sunset Boulevard που ομοίως ασχολείται με το Hollywood και το film industry.

4.- Ποιο είναι το μήνυμα της ταινίας σας “Amerika Square”;

Σε μια σύγχρονη Καζαμπλάνκα δύο φίλοι, ο Νάκος (Μάκης Παπαδημητρίου) και ο Μπίλλη (Γιάννης Στάνκογλου) μεγαλωμένοι στην ίδια πολυκατοικία, πήγαν στο ίδιο σχολείο, έχουν τις ίδιες σχεδόν παραστάσεις, μόνο που ο Νάκος αντιμετωπίζει την έλευση των μεταναστών και προσφύγων με αμηχανία στην αρχή και στη συνέχεια εχθρικά. Αντιθέτως ο Μπίλλη λειτουργεί ανθρωπιστικά και με ισορροπία, φτάνοντας να θυσιαστεί για την αγαπημένη του Τερέζα. Ρατσιστής δεν γεννιέσαι γίνεσαι.

Συνέντευξη του Γιάννη Σακαρίδη 3

5.- Πως εξειδικεύεται το ταλέντο, που πρέπει να διαθέτει ένας ηθοποιός, για να ερμηνεύσει άριστα έναν ρόλο;

Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν κακοί ηθοποιοί αλλά κακό casting. Είναι ένας μαγικός συνδυασμός αμοιβαίας εμπιστοσύνης, αυτοσχεδιασμού, οξυδέρκειας, σκληρής δουλειάς και έμπνευσης.

6.- Είστε καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Δράμας. Τι καινούριο να περιμένουμε;

Θα δώσουμε μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση. Κατά τη διάρκεια της χρονιάς θα δουλέψουμε με νέους δημιουργούς, όλων των ηλικιών, και με τη συμμετοχή της εγχώριας κοινωνίας της Δράμας, η οποία για χρόνια αγκαλιάζει αυτό το φυτώριο, ανοίγοντας το δρόμο σε πολλούς κινηματογραφιστές. Δημιουργούμε ένα νέο Διεθνές Σπουδαστικό Διαγωνιστικό, που θα φέρει στο φεστιβάλ ταινίες και συντελεστές από τα καλύτερα Film Schooll του κόσμου. Επιπλέον θα συντελέσει στην επίτευξή του οράματος μας, για μια Κινηματογραφική Σχολή στη Δράμα. Θέλουμε να βοηθήσουμε τους «μικρομηκάδες» να δουν το μικρό τους όνειρο να γίνεται μεγάλο, δηλαδή το πέρασμα τους στη μεγάλου μήκους. Περισσότερη εξωστρέφεια στις επιλογές ταινιών αλλά και focous σε workshops στη κινηματογραφο-θεραπεία, στη dramatotherapy… στη περίπτωση μας… Drama-therapy.

7.- Ποια σειρά του Netflix σας έχει συνεπάρει;

Το επίπεδο είναι πολύ ψηλά. Για ψυχαγωγία τo Better call Saul, με πρωταγωνιστές ένα ζευγάρι δικηγόρων που δοκιμάζουν τα όρια του επαγγέλματος, με έναν πολύ ιδιαίτερο και συγχρόνως κωμικό τρόπο. Αριστούργημα όμως της χρονιάς θεωρώ ότι είναι το Unbelievable.

8.- Ποιο θεωρείτε κορυφαίο έργο τέχνης;

Ένα από τα αγαλματίδια από μάρμαρο του κυκλαδίτικου πολιτισμού, που παριστάνει έναν καθιστό μουσικό να παίζει λύρα. Διακρίνεται για την απλοποίηση των σχημάτων και των αναλογιών και τονίζονται κάποια ελάχιστα στοιχεία, απαραίτητα στο τελικό αποτέλεσμα. Με ταξιδεύει αυτό το αγαλματάκι και το βρίσκω παγκόσμιο και συγχρόνως κατ΄ εξοχήν τοπικό.

9.- Ποια είναι η ύψιστη καταξίωση που μπορεί να βιώσει ένας Σκηνοθέτης;

Κατ’ αρχάς να μπορεί να είναι ειλικρινής απέναντι στον εαυτό του και την τέχνη του. Όταν δούλεψα στο trailer του Eyes Wide Shut κατάλαβα ότι ο Stanley Kubrick είχε συμβόλαιο συνεργασίας με τη Warner Brothers, στο οποίο του δινόταν η δυνατότητα να κάνει ταινία όποιο σενάριο ήθελε, όποτε επιθυμούσε, χωρίς περιορισμούς στο χρόνο ή στο budget! Απόλυτο κοντρόλ στη διαδικασία, παρέα με έναν κολωσό που σε υποστηρίζει.


Συνέντευξη του Γιάννη Σακαρίδη 2

Ο Σκηνοθέτης Γιάννης Σακαρίδης είναι Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Μικρού Μήκους της Δράμας. Έχει σπουδάσει σινεμά στο Λονδίνο, όπου έζησε για 18 χρόνια. Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία Wild duck έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Τορόντο. Η πολυβραβευμένη ταινία του, Amerika Square, ήταν η επίσημη συμμετοχή της Ελλάδας στα Όσκαρ.