Άρθρα

παρουσίαση σκηνοθετών Σάββατο

Στον κινηματόγραφο «Ολύμπια» κι όχι στον θερινό κινηματογράφο «Αλέξανδρο» έπεσε τελικά η αυλαία για τις παρουσιάσεις των σκηνοθετών του 43ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας. Η βροχή, που έπεφτε από το πρωί, «επέβαλε» την παρουσίαση σε έναν χώρο του φεστιβάλ που έχει συνδεθεί άρρηκτα με προβολές και την ιστορία του.

«Χαμάμ» της Βαρβάρας Δούκα (εκτός συναγωνισμού)

Μέσα από τα «μάτια» ενός πίνακα παρουσιάζεται σχεδόν ολόκληρη η ιστορία του Ελληνικού κράτους, έτσι όπως τη βιώνουν δύο οικογένειες. Ενός πίνακα που «έζησε» όλες αυτές τις εποχές και ουσιαστικά αφηγείται τα γεγονότα. Όπως παρατήρησε η Βαρβάρα Δούκα «η επιθυμία είναι αυτή που κινεί τα νήματα της ζωής». Η σκηνοθέτις δεν παρέλειψε να τονίσει πως στην ταινία της μετείχαν 25 ηθοποιοί τους οποίους και ευχαρίστησε για τη συμμετοχή τους. Μάλιστα σημείωσε πως είναι δύσκολο να υπάρχει ένας τόσος μεγάλος αριθμός ηθοποιών σε μία μικρού μήκους ταινία και μάλιστα να μπορέσει αυτό να το καλύψει η παραγωγή.

«Βούτα» του Δημήτρη Ζάχου

Η ταινία βασίστηκε σε βιώματα του σεναριογράφου Γιώργου Τελτζίδη στη Σταυρούπολη, στη Δυτική Θεσσαλονίκη. Οι πρωταγωνιστές βρέθηκαν σχετικά εύκολα, ενώ μεγάλη ήταν συνδρομή των «περιστεράδων», των ανθρώπων δηλαδή που ασχολούνται με την εκτροφή περιστεριών από χόμπι και παράλληλα από οικογενειακή παράδοση. Σημαντικό ρόλο στο στήσιμο της υπόθεσης έχει παίξει και το γεγονός ότι ο Δημήτρης Ζάχος εργάστηκε στο κατάστημα κράτησης Κορυδαλλού. Η βούτα ή αλλιώς τα ντουνέκια σε πολλές περιοχές της βόρειας Ελλάδας είναι περιστέρια που τους αρέσει να βουτάνε από ύψος προς το έδαφος και να επιβραδύνουν απότομα μερικά μέτρα πριν προσγειωθούν… Κάπως έτσι γίνεται και η προσέγγιση του Χρήστου με τον πατέρα του, όταν αυτός επιστρέφει στο σπίτι από τη φυλακή.

«Pashka» του Oltjon Lipe

Το φαινόμενο μίας νέας γενιάς μεταναστών να θέλει διακαώς να επιστρέψει στη χώρα που κατάγεται και παράλληλα η αντίδραση σε αυτή την θέληση, από την προηγούμενη γενιά. Αυτό θέλησε να παρουσιάσει μέσα από την ταινία του ο Oltjon Lipe. Μιλώντας για την ταινία του σημείωσε πως ήθελε μέσα από αυτή να δείξει τα ζητήματα που προκύπτουν σε μετανάστες νέας γενιάς, μέσα από το υπόβαθρο όμως της πρώτης γενιάς μεταναστών που δεν κατάφερε να επιτύχει στην χώρα που πήγε. Και μαζί τις σχέσεις πατέρα – γιου. Όπως σημείωσε ο Oltjon Lipe «ένας μετανάστης συμφιλιώνεται με την πατρίδα του και παράλληλα με τη νέα του χώρα, μόνο όταν έχει καταφέρει να επιτύχει επαγγελματικά στο νέο μέρος που έχει πάει», σε διαφορετική περίπτωση ίσως προσπαθήσει να περάσει αυτήν την εμμονή που του έχει δημιουργηθεί στα παιδιά του.

«Όταν γελάω κλείνουν τα μάτια μου» του Ντανιέλ Μπόλντα

Μία ταινία που βασίστηκε σε «πράγματα και σημειώσεις από παλιά, και πολλά στοιχεία από την δική του εφηβεία» όπως τόνισε ο Ντανιέλ Μπόλντα, προσθέτοντας πως «η πραγματικότητα είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από το να ονειρεύεσαι». Ο σκηνοθέτης ανέφερε πως η ταινία δε βασίστηκε σε πρόβες αλλά πως η φυσικότητα των δύο κοριτσιών προέκυψε από το γεγονός ότι «απλά τις έβαλα να κάνουν παρέα». Σε ερώτηση πάντως για τα …ρεβίθια που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της ταινίας ο Ντανιέλ Μπόλντα απάντησε πως απλά είναι το αγαπημένο του φαγητό!
«Antivirus» της Αναστασίας Σίμα

Η ταινία είναι άκρως επίκαιρη καθώς γυρίστηκε τις ημέρες που ήταν σε ισχύ τα μέτρα απαγόρευσης της κυκλοφορίας για τον περιορισμό της πανδημίας, ενώ σχετικό με την πανδημία ήταν και το θέμα της. Η Αναστασία Σίμα, είχε διάφορες επιλογές εκείνη την περίοδο -η μία από το Μιλάνο και η άλλη από τη Νέα Υόρκη όπως είπε. Τελικά κατέληξε στην ιστορία της Ξένιας που στο τέλος καταφέρνει να «συμφιλιωθεί» με τον ενοχλητικό γείτονα της. Σύμφωνα με την σκηνοθέτρια, η ταινία «γυρίστηκε» εξ ολοκλήρου με κινητό τηλέφωνο. Σημαντικό στοιχείο της είναι η συνειδητοποίηση της επιβολής της χρήσης της τεχνολογίας στην επικοινωνία των ανθρώπων.

«Το τέρμα» του Δημήτρη Μουτσιάκα

Ένα πολύ καλό «δέσιμο» του μύθου του βαρκάρη που μεταφέρει τις ψυχές στον Άδη με το παράδοξο ταξίδι θανάτου ενός παλαιού λεωφορείου που κάνει στάση στην επαρχία. Βράδυ, χειμώνας κι ένα λεωφορείο που κινείται σαν ποτάμι…Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στην Πάρνηθα. Όπως παρατήρησε ο Δημήτρης Μουτσιάκας υπήρξαν κάποιες δυσκολίες κατά τη διάρκεια τους κυρίως στις νυχτερινές λήψεις. Όμως ο σκηνοθέτης είπε πως νοιώθει δικαιωμένος με το αποτέλεσμα. Αναφορικά με τον τίτλο της ταινίας τόνισε πως η λέξη τέρμα συνάδει και με το πνεύμα του θανάτου. Την ιστορία του την βρήκα στις «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα.

«Roza Kairo» του Ζακ Σιμχά

Τα γυρίσματα της ταινίας, που διαγωνίστηκε στο Διεθνές Σπουδαστικό Πρόγραμμα, κράτησαν 3 ημέρες. Ο νεαρός σκηνοθέτης παρουσιάζει τη ζωή νέων ανθρώπων σε ένα κοινόβιο κάπου στα Εξάρχεια. Όπως είπε, ήταν σχετικά δύσκολο να «διαχειριστεί» όλους αυτούς τους νέους που μετείχαν στην ταινία. Αναφερόμενος στο τέλος της και στο θάνατο που βρίσκει αυτόν που τολμάει να βγει έξω από το κοινόβιο σημειώνει πως «υπάρχει μία ανασφάλεια για το τι υπάρχει έξω από το κοινόβιο και τι μπορεί να τους περιμένει. Μέσα, αντίθετα, είναι προστατευμένοι, είναι σαν μια μορφή οικογένειας. Και ο θάνατος ίσως έρχεται και ως τιμωρία σε αυτόν που αποφασίζει την έξοδο…»


Δημήτρης Καστώρης

Παρουσίαση σκηνοθετών, Παρασκευή

Οι παρουσιάσεις των σκηνοθετών στο 43ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας συνεχίζονται με επιτυχία στον θερινό κινηματογράφο «Αλέξανδρος». Σήμερα, την δουλειά τους παρουσίασαν οι σκηνοθέτες που έδειξαν σε πρεμιέρα την ταινία τους χθες Πέμπτη. Τις παρουσιάσεις επιμελείται ο Δημήτρης Πάντσος.

«Mare nostrum» τoυ Δημήτρη Αναγνώστου

Πρόκειται για την πρώτη του ταινία, «μια ταινία για την ταυτότητα, γι’ αυτό που καθορίζει την ταυτότητα σε αυτήν την χώρα. Όμως για να διερευνήσεις το ζήτημα της ταυτότητας στις Μεσογειακές χώρες, πρέπει να πας πίσω και μάλιστα στην εποχή των περιηγητών, μια περίοδο που συμπίπτει με την γέννηση της φωτογραφίας». Η ταινία, που είναι γυρισμένη στα ελληνικά και τα γαλλικά, ξεκίνησε από ένα αληθινό γεγονός: την ανακάλυψη ενός νεκρού χωρίς ταυτότητα. Ειναι μαυρόασπρη, με πολύ φροντισμένη φωτογραφία, «που μου επέτρεψε να ανοίξω έναν διάλογο με την φωτογραφία της εποχής».

«Ηρώ/he.ro:» του Aλέξη Κουκιά-Παντελή

Το 2016 είχε γράψει το πρώτο draft του σεναρίου –ήταν μια χρονιά που είχε χάσει δικούς του ανθρώπους. Ο υπερήρωας της ταινίας, τον οποίο εμπνεύστηκε από το Gameboy, είναι ο τρόπος της μικρής ηρωίδας του να αποχαιρετήσει τον πατέρα της. «Ήθελα να ξεφύγουμε λίγο από την κοινωνική συνθήκη μιας κηδείας, με τα συλλυπητήρια κλπ, ειδικά στην μικρή ηλικία που αναζητούμε μια προσωπική εμπειρία”. Εξ ου και η καύση και η ύπαρξη του φύλακας-άγγελου του κοριτσιού.

«Μadonna F64.0» του Σταύρου Μαρκουλάκη

“F64.0” είναι ο κωδικός για τα θέματα διαταραχής φύλου στον διεθνή κατάλογο ψυχιατρικών διαταραχών. Η ταινία κινείται σε δύο άξονες: «το θέμα της ταυτότητας και των επιθυμιών που αυτή γεννά, και η ανάγκη για αποδοχή της ταυτότητας αυτής». Η ιδέα της ταινίας του ήρθε τον 2015 εδώ, στο Φεστιβάλ Δράμας, όταν είδε μια Γεωργιανη ταινία με δύο μουσουλμάνες να προσπαθούν να μπουν με το μωρό τους σε μια φοιτητική εστία και να μην μπορούν. «Σκέφτηκα μια ιστορία για ένα τρανς κορίτσι που επιθυμεί να βιώσει την μητρότητα». Τρανς, μαθαίνουμε είναι και η ίδια η πρωταγωνίστριά του, η Κωνσταντίνα Λία «η οποία προσέφερε στην ταινία τη δική της εμπειρία».

«Άγρια δύση» της Δέσποινας Κούρτη

Μιλώντας για τον ηλικιωμένο, με αρχή άνοιας, ήρωά της, και τις (σκληρές) επιλογές του, η σκηνοθέτις είπε πως «καθένας πρέπει να ζει την ζωή του όπως νομίζει –έτσι κι αλλιώς η ζωή μας είναι ένας δρόμος μοναχικός». Ως προς τον τίτλο «Άγρια Δύση», όπως είπε στο κοινό του Φεστιβάλ, δανείστηκε σύμβολα από το είδος του γουέστερν, που διανθίζουν την ταινία της, μέσα από πολλά μικρά πράγματα.Το σενάριο υπογράφει ο Βαγγέλης Σέρφας.

«Φυσαρμόνικα Μαν» του Αλέξανδρου Σκούρα

Έγραψε την ταινία όταν έγινε μπαμπάς, και βίωσε τη χαρά του παιχνιδιού με το παιδί του. «Άρχισα να με απασχολεί το θέμα γονιών που το στερούνται αυτό, και δεν βλέπουν τα παιδιά τους, και μελέτησα πολλές τέτοιες ιστορίες». Ο πατέρας στην ταινία του, «κλέβει» μερικές στιγμές με την μικρή κόρη του. «Από πρόθεση δεν ήθελα να δείξω τι έχει προηγηθεί. Ήθελα να δώσω την εντελώς απαραίτητη πληροφορία». Με τον Μάκη Παπαδημητρίου έχουν συνεργαστεί πέντε φορές. «Δεν χρειάζεται πια να του πω τι να κάνει, ξέρω ότι αυτό που θα του δώσω, θα μου το γυρίσει πίσω καλύτερο».
Με την μικρή πρωταγωνίστριά του είχε μια εξαιρετική συνεργασία «που ήταν καθαρά θέμα τύχης, γιατί ένα παιδί, όσο καλή κι αν είναι η σχέση, ποτέ δεν ξέρεις πώς θα αντιδράσει πάνω στο γύρισμα με ένα συνεργείο 20 ατόμων».

Από το Διεθνές Σπουδαστικό Τμήμα:

«Βιολέττα» του Φοίβου Ήμελλου

Η έμπνευση προήλθε απο ένα τραγικό γεγονός που συνέβη σε μια συμμαθήτριά του στο Γυμνάσιο. «Πέθανε η μαμά μιας φίλης μου και ο μπαμπάς της ήρθε στο σχολείο να της ανακοινώσει τα νέα. Εκείνη δεν είχε ιδέα. Σκέφτηκα τότε: τι θα γινόταν αν συνέβαινε σε μένα κάτι τέτοιο; Θα έπρεπε να μείνω με τον μπαμπά μου;». Στην ταινία οι γονείς του κοριτσιού είναι σε διάσταση, και τελικά μένει με τον γονιό που δεν θέλει. Δυσκολεύτηκε πολύ να περιγράψει αυτήν την προβληματική σχέση: «μέσα σε 14 λεπτά έπρεπε να μιλήσω για μια προηγούμενη σχέση, για μια τωρινή σχέση και για μια μελλοντική σχέση».

«Βάζο» του Κυριάκου Ρόντση

Ο σκηνοθέτης, που κατάγεται από τις Σέρρες κι έχει σπουδάσει αρχιτεκτονική στη Θεσσαλονίκη και κινηματογράφο στην Αγγλία, είπε πως πρόκειται για την πτυχιακή του ταινία. «Όλοι θέλουν να μιλήσουν για κάτι που τους έχει συμβεί, για θέματα που έχουν ζήσει. Κι εγώ, θέλησα να κάνω μια ταινία που να μιλά για άνοιγμα, και για απεγκλωβισμό». Από μικρός ήταν με μια κάμερα στο χέρι.


Ευάννα Βενάρδου

Παρουσίαση σκηνοθετών Πέμπτη

Οι παρουσιάσεις των σκηνοθετών στο 43ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας συνεχίστηκαν στο θερινό κινηματογράφο Αλέξανδρος. Με όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας και με τις υπέροχες συνθήκες που δημιουργούνται από τα δέντρα τα οποία περιβάλλουν το χώρο, το Q&A των σκηνοθετών φέτος έχει έναν διαφορετικό χαρακτήρα. Τις παρουσιάσεις επιμελείται ο Δημήτρης Πάντσος.


«Στα βήματα της» της Αναστασία Κρατίδη

Στις δυσκολίες που αντιμετώπισε στα γυρίσματα της ταινίας της, αναφέρθηκε η Αναστασία Κρατίδη κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της. Η ταινία γυρίστηκε στις φυλακές Αλμυρού στη Μαγνησία, με δυσκολίες και διάφορους περιορισμούς ως προς την απεικόνιση των φυλακών. Αναφερόμενη στην υπόθεση, η κ. Κρατίδη ανέφερε πως «η πραγματικότητα της ζωής πολλές φορές ξεπερνάει κάθε φαντασία». Η πρωταγωνίστρια της ταινίας της, πρώην φυλακισμένη που προσπαθεί να βρει την κανονικότητά της, μπαίνει στο βουστάσιο των αγροτικών φυλακών ως συλλέκτης γάλακτος στο πλαίσιο ενός προγράμματος κοινωνικής επανένταξης. Εκεί συναντά κάποιον που θα της αλλάξει τη ζωή. Παρούσα στην παρουσίαση ήταν η πρωταγωνίστρια Μαντώ Γιαννίκου.

«Ανάπαυσις» του Δημήτρη Παπαγιαννόπουλου.

Μετά από μία ανάγνωση του «Η Ζωή εν Τάφω» του Στρατή Μυριβήλη, ο Δ. Παπαγιανόπουλος ξεκίνησε τη συγγραφή του σεναρίου της ταινία. «Πρόκειται για μια αντιπολεμική ταινία γυρισμένη στην Πάρνηθα, αν και το καλύτερο θα ήταν να ήμασταν σε κάποιο από τα βουνά της Βόρειας Ελλάδας, όπου και θεωρητικά λαμβάνουν χώρα τα όσα βλέπουμε κατά την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου» σημείωσε ο κ. Παπαγιαννόπουλος. «Ενώ έχουμε δει άπειρες ταινίες για τον Δεύτερο Παγκόσμιο, γνωρίζουμε λίγα για τον Πρώτο».Στην ταινία του η αντίφαση του πολέμου και της ειρήνης προκύπτει μέσα από την αντίθεση του δάσους που εκφράζει την Άνοιξη, τον έρωτα, τη ζωή και των χαρακωμάτων που εκφράζουν τον θάνατο.

«Ίσκιωμα» του Κώστα Γεραμπίνη

Την ταινία ο Κώστας Γεραμπίνης κλήθηκε να τη σκηνοθετήσει, καθώς το σενάριο δεν ήταν γραμμένο από τον ίδιο, αλλά από τον γνωστό συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο σε συνεργασία με τον Χρήστο Κωνσταντακόπουλο. Ήταν ωστόσο μία πρόκληση για αυτόν καθώς «από τον αστικό ρεαλισμό των προηγούμενων ταινιών μου, περασα σε ένα τοπίο της επαρχίας, στα βουνά και τα κριάρια». Ο σκηνοθέτης πέρασε αρκετό χρόνο με αγρότες και κτηνοτρόφους στην περιοχή του Γραμματικού. Και στην πορεία συνειδητοποίησε πως του αρέσει η ζωή στην επαρχία. «Με ενδιαφέρει αυτή η λεπτή γραμμή που χωρίζει την πόλη από την επαρχία». Απαντώντας σε ερώτημα για το αν η ταινία το «Ίσκιωμα» θα μπορούσε να ήταν η αρχή μιας μεγάλης μήκους ταινίας η απάντηση του ήταν κατηγορηματική: ΟΧΙ! Η ταινία του, συνειδητά, αφήνει πολλά περιθώρια ερμηνειών και εξηγήσεων για το τέλος.

«Teo, ο γείτονάς μου» του Χρήστου Καρτέρη

Ο πρωταγωνιστής, υπαρκτό πρόσωπο, ζει πενήντα μέτρα μακριά από το σπίτι του σκηνοθέτη και όπως είπε ο κ. Καρτέρης η προσέγγιση έγινε σε ένα μπουγατσοπωλείο στη γειτονιά, όπου έγινε και η πρόταση για την ταινία. Ο Τεό δέχθηκε την πρόκληση και το αποτέλεσμα είναι ένα ντοκιμαντέρ γυρισμένο με φροντίδα μέσα στο σπίτι του. Μεγάλη, όπως είπε, ήταν η προσπάθεια που κατέβαλε ο Χρήστος Καρτέρης ώστε να μην παραβιάσει τον προσωπικό χωρο του πρωταγωνιστή του και να μην τον εκθέσει. Κάτι που το κατάφερε δίνοντας όμως παράλληλα και μια πλήρη εικόνα της πολύ ιδιαίτερης προσωπικότητας του. «Τελικά καλά τα λέω… Δε λέω βλακείες…» ήταν τα λόγια ικανοποίησης του Τεό όταν είδε το αποτέλεσμα.

«54/Η τυφλή χελώνα και η απέραντη θάλασσα» της Ισαβέλλας Μαργάρα

Η ταινία εκφράζει την έντονη ανάγκη της σκηνοθέτριας να επαναπροσδιορίσει τον χρόνο μέσα από τον συμβολισμό της χελώνας που περπατάει αργά: «Είχα ανάγκη να κατεβάσω ταχύτητα, κόντρα στις τρομακτικές ταχύτητες της σύγχρονης ζωής».. Μία ανάγκη που όπως είπε της δημιουργήθηκε παρατηρώντας έναν πίνακα του Minoan Cretan με τίτλο «Civilization». Όπως παρατήρησε η σκηνοθέτις, «στον πίνακα αυτό υπήρχε μια «σφιγμένη» γυναίκα με έντονο βλέμμα, κι ένας άντρας σε ένα γυάλινο ασανσέρ κι από πίσω τους οι ουρανοξύστες μιας πόλης. Η γυναίκα ήταν καλοντυμένη αλλά τρομοκρατημένη, ενώ ο άντρας ήταν με στολή εργασίας, ήρεμος και σαν να είχε ένα χαμόγελο». Μέσα από αυτή την αντίθεση και παράλληλα με την εμπειρία του θανάτου πρόσφατη, η σκηνοθέτις, που εργάζεται ως ιατρός, προχώρησε στην υλοποίηση της ταινίας.

«Απόδραση από τον εύθραυστο πλανήτη» του Θανάση Τσιμπίνη

Η ταινία του θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί και ως προφητική καθώς το σενάριο, το οποίο έγραψε το 2017, μιλά για γενικευμένη χρήση της μάσκας λόγω μιας πανδημίας. Για αυτό και ο Θανάσης Τσιμπίνης ξεκίνησε την παρουσίασή του λέγοντας χαριτολογώντας σε ένα κοινό που φορούσε μάσκες: «Ειλικρινά σας το λέω, δε γνώριζα κάτι για το σήμερα!» Στην ταινία του ο κόσμος προσπαθεί να προστατευτεί από ένα ροζ θανατηφόρο νέφος. Δύο άντρες συναντιούνται, έλκονται ερωτικά, και αποφασίζουν να περάσουν μερικές στιγμές μαζί στον όσο χρόνο τους απομένει καθώς το περιβάλλον γίνεται όλο και πιο τοξικό. Ρισκάρουν και βγαίνουν έξω. «Θέλουν να είναι παρόντες, χωρίς να σκέφτονται το μετά».

«Όπως θα συνέβαιναν μέσα στο νερό» της Ανθής Δαουτάκη

Η σκηνοθέτρια έφτιαξε το πορτραίτο μιας 35χρονης γυναίκας. Το σπίτι της είναι ο κόσμος της και ο κόσμος της μαγικός. Η μοναξιά της είναι γεμάτη αντικείμενα. Μια γυναίκα που δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στα κοινωνικά πρότυπα σχετικά με το φύλο. Η σκηνοθέτις χαρακτήρισε το σπίτι της ηρωίδας της ως «έναν δεύτερο χαρακτήρα μέσα στην ταινία» και επεσήμανε την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσουν οι γυναίκες με τους οικιακούς χώρους από νεαρή ηλικία και μέχρι να φτάσουν τα γεράματα.

«Goads» της Ίριδας Μπαγλανέα

Δύο παιδιά μεγαλώνουν με έναν πατέρα ο οποίος θέλει με σκληρό τρόπο να τα εξοικειώσει με τον θάνατο. «Θεωρεί πώς όσο συχνότερα αντιμετωπίζουν γύρω τους τον θάνατο, τόσο πιο εύκολα θα τον αποδεχθούν και θα ξεπεράσουν τον φόβο». Όμως το πράγμα δεν λειτουργεί όπως περιμένει…
Γύρισε την ταινία στον Όλυμπο, και όπως είπε, δυσκολεύτηκε να βρει τα κατάλληλα παιδιά στην επαρχία –έπρεπε να έχουν εξοικείωση με τα ζώα καθώς στην ταινία πρωταγωνιστεί ένα κατσικάκι. Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων η σκηνοθέτις ήταν έγκυος και, όπως είπε, δούλεψε με τα παιδιά και μέσω του drama therapy.


Δημήτρης Καστώρης

Παρουσίαση σκηνοθετών Τετάρτη

Οι μικρομηκάδες που την Τρίτη έδειξαν σε πρεμιέρα τις ταινίες τους στο κοινό του 43ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, βρέθηκαν σήμερα το μεσημέρι στον θερινό κινηματογράφο «Αλέξανδρος», για να μιλήσουν για τη δουλειά τους στον Δημήτρη Πάντσο.


«Πρώτος έρωτας» του Χάρη Ραφτογιάννη.

«Έκανα μια ταινία για την ταύτιση ανθρώπων και ζώων. Αν και δεν έχω ζώα, έχω πολλούς φίλους που έχουν, και παρατηρώ τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσά τους. Εξάλλου κι εμείς οι άνθρωποι, ζώα είμαστε και δεν χρειάζεται να περιοριζόμαστε τόσο». Η ταινία του προσεγγίζει το θέμα της, την γνωριμία δύο ανθρώπων μέσα από την ερωτική επαφή των σκύλων τους, με μια γκροτέσκα διάθεση. «Η σχέση άλλωστε και των ανθρώπων με τα ζώα είναι με έναν τρόπο ερωτική».

«Το μάους στόρυ»» του Μιλτιάδη Χρηστίδη.

Στην ταινία πρωταγωνιστεί ένα ποντίκι σε μέγεθος ανθρώπου που λατρεύει το τυρί. «Όλα ξεκίνησαν με μια εικόνα στο μυαλό μου για ένα μεγάλο ποντίκι που έκοβε τυρί σε σούπερ μάρκετ, αλλά δεν μπορούσε να το φάει, κάτι βαθιά ειρωνικό. Την ταινία την έγραψε σε ένα ξενοδοχείο στη Ρουμανία. «Δεν άντεχα άλλο, ήθελα να την κάνω αυτήν την ταινία». Ο ηθοποιός πίσω από το ποντίκι του είναι ένας εκφραστικός χορευτής. «Μου αρέσουν οι ιστορίες με γλυκόπικρο τέλος, και τα κινούμενα σχέδια».

Το αστείο στην υπόθεση είναι πως ο Μ. Χρηστίδης είναι…αλλεργικός στο τυρί, ενώ οι περισσότεροι συνεργάτες του στο γύρισμα δεν το τρώνε!

«Καρτ ποστάλ από το Ελληνικό» της Αφροδίτης Κατερινοπούλου.

Η σκηνοθέτις θέλησε να γυρίσει μια ταινία-αποχαιρετισμό για το εγκαταλελειμμένο Αεροδρόμιο του Ελληνικού. Έχει άλλωστε μεγαλώσει στην Άνω Γλυφάδα, προς Αργυρούπολη, κι έχει και δικές της μνήμες από τον χώρο. «Ο χώρος σύντομα θα πάψει να υφίσταται με τον τρόπο που απεικονίζεται στην ταινία», οπότε η ταινία της Α. Κατερινοπούλου θα αποτελεί σύντομα ντοκουμέντο. «Η βάση μου είναι το Βερολίνο, κι όταν σε κάποιες διακοπές μου στην Ελλάδα διάβασα για έναν διαγωνισμό που αφορούσε την χρήση του Ελληνικού, ταράχτηκα. Ένοιωσα πως πρέπει να κάνω κάτι τώρα». Η ταινία απαρτίζεται από διάφορες ιστορίες, αλλά κάθε μια τελειώνει με ένα γενικό πλάνο που θυμίζει καρτ ποστάλ.

«Dear Joel» του Θανάση Τρουμπούκη.

Βασισμένος σε μια πραγματική αλληλογραφία την οποία ανακάλυψε σε ένα αρχείο αφηγήσεων προσφύγων και μεταναστών, ο Θ.Τρουμπούκης δημιούργησε μια ταινία που βασίζεται στις εξ αποστάσεως «συνομιλίες» μεταξύ ενός μικρού Αφρικανού μετανάστη που ζει μόνος στην χώρα μας, με τον μεγαλύτερο αδερφό του που ζει στην Ιταλία. Το μικρό παιδί περιπλανιέται μόνο σε μια αφιλόξενη Αθήνα. «Ήθελα να γυρίσω την ταινία από την οπτική (και) ενός μικρού παιδιού που το χωρίζει και το ηλικιακό σύνορο από τον κόσμο των ενηλίκων»… Στο “Dear Joel”, που είναι γυρισμένο σε φιλμ, τα όρια μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας είναι δυσδιάκριτα.

«Ανθολόγιο μιας πεταλούδας» του Κωστή Χαραμουντάνη.

Ο σκηνοθέτης, μίλησε για μια «πολύ συνειρμική ταινία» με αφετηρία τα λουλούδια. «Αρχικά υπήρχε σενάριο αλλά στην πορεία ένοιωσα ότι δεν της ταιριάζει, έτσι έγινε πολλή δουλειά στο μοντάζ». Το αποτέλεσμα, πειραματικό σε φόρμα και περιεχόμενο, δεν είναι εύκολο να αποδοθεί ή να εξηγηθεί με λόγια, «είναι κάτι σαν όνειρο». Στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκεται μια γυναίκα παθιασμένη με τα λουλούδια.

«Μελατονίνη» του Νίκου Πάστρα

Ένα κορίτσι που δεν κοιμάται ποτέ γιατί φοβάται μήπως πεθάνει. Ενα αγόρι που κοιμάται συνεχώς, και πάσχει από ναρκοληψία. Και στο βάθος μια υπνωτιστική μουσική, κι ένα όμορφο κομμάτι του Κωνσταντίνου Βήτα. Έρωτας, ύπνος, μουσική.

Ο Νίκος Πάστρας γύρισε την ταινία του κατά τη διάρκεια του Arte Festival στο πρώην Αεροδρόμιο του Ελληνικού. «Η έλλειψη ύπνου, και συγκεκριμένα ο χαρακτήρας μιας κοπέλας που φοβάται να κοιμηθεί, στάθηκε η αφορμή για να έρθουν κοντά δύο ετερώνυμα στην ταινία μου». Η μελατονίνη, που είναι και ο τίτλος της, είναι μια ορμόνη που εκκρίνει ο οργανισμός και ρυθμίζει το βιολογικό μας ρολόι και κατ΄επέκταση τον ύπνο μας.


Ευάννα Βενάρδου

Αίθρια Λογοτεχνικά Απογεύματα, Τρίτη

Xτες, Τρίτη 22/9/2020, πραγματοποιήθηκε η έναρξη των Αίθριων Λογοτεχνικών Απογευμάτων, για πρώτη φορά στον Θερινό Κινηματογράφο «Αλέξανδρο». Το φετινό πρόγραμμα περιλαμβάνει καθημερινές λογοτεχνικές παρουσιάσεις στις 6 μ.μ., έως και την Παρασκευή (25/09).

Φέτος, τα Αίθρια ξεκίνησαν με λογοτεχνικά περιοδικά αντί για βιβλία και με εκλεκτούς καλεσμένους. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Παύλος Μεθενίτης παρουσίασε την «Δίοδο 66100» και τον «Μαδραγόρα», δύο καταξιωμένα περιοδικά.

Ο Κώστας Κρεμμύδας, εκδότης του «Μανδραγόρα» μίλησε για το σημαντικό μακρόβιο περιοδικό, και ακολούθησε παρέμβαση του συγγραφέα Χρήστου Χαρτοματσίδη, ενώ για τη «Δίοδο», το καλαίσθητο Δραμινο περιοδικό, ανέβηκε στο βήμα ο διευθυντής σύνταξης του εντύπου Βασίλης Τσιαμπούσης και το μέλος της Συντακτικής Επιτροπής, Αθανάσιος Κάζης.


Ακολουθεί αυτούσια η παρουσίαση του Παύλου Μεθενίτη:

«Φίλες και φίλοι καλησπέρα σας,
Σας καλωσορίζω στα Αίθρια Λογοτεχνικά Απογεύματα, (που μέχρι πέρσι ήταν Μεσημέρια…), του 43ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, που φέτος περνάει στο επόμενο στάδιό του. Ο Αντώνης Παπαδόπουλος, καλλιτεχνικός διευθυντής του για τριάντα χρόνια, πριν ξεκινήσει για το τελευταίο ταξίδι της ζωής του, πρόλαβε να δώσει στο Φεστιβάλ το κύρος και την αύρα, που το έκαναν γνωστό, αγαπητό και θαυμαστό στον χώρο της ταινίας μικρού μήκους παγκοσμίως. Η αγάπη και ο σεβασμός στο πρόσωπό του, από όλους εμάς τους συνοδοιπόρους του, είναι τα κτερίσματα στη μνήμη του.

Όμως, η ζωή και ο κινηματογράφος προχωρούν, κι ένας νέος άνθρωπος, ο Γιάννης ο Σακαρίδης, καλείται τώρα να οδηγήσει το Φεστιβάλ στην επόμενη πίστα, αν μου επιτρέπετε, στο επόμενο στάδιό του, αφουγκραζόμενος τις νέες φωνές, καταγράφοντας τις νέες εικόνες, διαβάζοντας τις νέες λέξεις, που γεννιούνται καθώς η κοινωνία εξελίσσεται. Κι επειδή πάντα το σινεμά θα συνομιλεί με τη Λογοτεχνία, επειδή η εικόνα και η γραφή θα είναι για πάντα συγκοινωνούντα δοχεία όπου κυκλοφορεί το ρευστό της ανθρώπινης ψυχής, γι’ αυτό είμαστε και πάλι εδώ, όχι στο γνωστό Αίθριο του Φεστιβάλ, αλλά στο θερινό σινμεά «Αλέξανδρος», για να μιλήσουμε για βιβλία!

Και περιοδικά, να προσθέσω…

“ΔΙΟΔΟΣ 66100” και “Μανδραγόρας”

Φίλες και φίλοι, ξεκινάμε τα Αίθρια Λογοτεχνικά Απογεύματα του 43ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας όπως είπαμε, με περιοδικά! Να δηλώσω ευθύς εξαρχής πως λίγα είναι τα περιοδικά που διαβάζονται. Ναι, αυτό μπορεί να ακουστεί κάπως παράξενο, αλλά σκεφτείτε: Πόσα περιοδικά, από αυτά που πέφτουν στα χέρια μας στον προθάλαμο ενός οδοντιατρείου, ας πούμε, ή πόσα από αυτά που έχουν ξεμείνει στο ραφάκι του τραπεζιού μας στο σαλόνι τα έχουμε διαβάσει από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα;

Δε λέω να τα έχουμε ξεφυλλίσει, καθώς περιμένουμε, σκεπτόμενοι κάτι σοβαρότερο, όπως μια ιατρική εξέταση ή τον προορισμό της νυχτερινής μας εξόδου… Δεν εννοώ να έχουμε αφήσει το μάτι μας να βοσκήσει καμιά φωτογραφιούλα εδώ, κάνα σχόλιο στην επόμενη σελίδα, μια ενδιαφέρουσα διαφήμιση στη μεθεπόμενη, κι ύστερα να φτάνουμε στο τέλος του χωρίς να το καταλάβουμε, και μετά να το ξαναπιάνουμε πάλι από την αρχή, συνεχίζοντας να ταλαιπωρούμε το καημένο το περιοδικό, μέχρι που το πετάμε με μια άπονη, αδιάφορη κίνηση στο τραπεζάκι, γιατί ήρθε η σειρά μας… Ώσπου ο επόμενος στην ουρά να το πιάσει στα χέρια του αμήχανα, ουσιαστικά για να παίξει μαζί του σαν να είναι κομπολόι, σαν να είναι πασατέμπος, για να περάσει η ώρα…

Ε, ούτε η Δίοδος, ούτε ο Μανδραγόρας δεν είναι τέτοια περιοδικά. Προσωπικά δεν τα άφησα από το χέρια μου, σαν να ήταν και τα δύο βιβλία. Τα έλιωσα, φίλες και φίλοι, τα έφθειρα, τσάκιζα τις σελίδες τους για μη χάσω το σημείο που είχα μείνει όταν ξανάπιανα την ανάγνωσή τους, τα απόλαυσα από τα εξώφυλλα μέχρι το οπισθόφυλλα τους, όπως…

Τί να πω τώρα, ποιο παράδειγμα να σας δώσω, σε μια εποχή που το χαρτί διώκεται, που τα βιβλία πάσχουν, που οι εφημερίδες καρκινοβατούν και τα περιοδικά γενικά αργοπεθαίνουν, καθώς θεωρούνται πλέον όλα αυτά κάπως σαν τα τελευταία ζώντα απολιθώματα, γραφικοί χάρτινοι αναχρονισμοί…. Πώς να δώσω, ειδικά στους νέους και νεότερους ανθρώπους να καταλάβουν πόσο μου άρεσε να διαβάζω αυτά τα δύο περιοδικά, όταν τα νεανικά χέρια έχουν αγκυλωθεί και καλουπωθεί ως βάσεις κινητού… Πώς να σας δώσω να καταλάβετε πόσο ενδιαφέροντα είναι δύο λογοτεχνικά περιοδικά, όταν η συντριπτική πλειοψηφία των περιοδικών εκδόσεων που πωλούνται, που μπορεί κάποιος να αγοράσει από ένα περίπτερο ή ένα μίνι μάρκετ, έχουν σαν αποκλειστική τους θεματολογία τη θεά Τηλεόραση, και το ιερατείο της, τις ακκιζόμενες σελεμπριτιές που παίρνουν φως από την ανταύγειά της…

Ίσως οι παλιότεροι καταλάβουν πόσο φαγώσιμα περιοδικά είναι ο Μανδραγόρας και η Δίοδος, όταν τους θυμίσω το Νάσιοναλ Τζεογκράφικ, ας πούμε. Παλιότερα, όχι απλώς το διαβάζαμε, μ’ όλα αυτά τα υπέροχα άρθρα του με τις θεϊκές φωτογραφίες, το καταβροχθίζαμε, το λιώναμε από το πολύ διάβασμα. Ε, η Δίοδος κι ο Μανδραγόρας, ας μου επιτραπεί η σύγκριση, είναι αναλόγου γοητείας, μόνο που κινούνται σε εντελώς άλλα νερά. Δεν καταγράφουν το φυσικό και ανθρωπογενές μας περιβάλλον, αλλά τη λαμπρότητα του εσωτερικού τοπίου του Ανθρώπου, με άλφα κεφαλαίο: «Λογοτεχνία, ποίηση, ζωγραφική, φωτογραφία», είναι οι κατηγορίες των περιεχομένων της Διόδου. Αλλά και ιστορικά θέματα φιλοξενούνται στις σελίδες της, από το κοινωνικό, οικονομικό, ακόμα και το αρχιτεκτονικό παρελθόν της Δράμας, τεκμηριωμένα με σπάνιο φωτογραφικό υλικό.

Άλλωστε, αναγράφεται στον τίτλο της: «εξάμηνη περιοδική έκδοση λόγου και τέχνης», λέει, και να πούμε πως έχουν εκδοθεί συνολικά 18 τεύχη, από το 2009 μέχρι σήμερα. Το περιοδικό εκδίδεται από τη Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση Κοινωνικής Πολιτιστικής και Τουριστικής Ανάπτυξης του Δήμου Δράμας, με τον Βασίλη Τσιαμπούση να υπογράφει την διεύθυνση σύνταξης. Βέβαια, η απαράμιλλη ποιότητα της Διόδου, οφείλεται, πρέπει να το πούμε κι αυτό, στην εταιρεία Raycap που ανέλαβε τα έξοδα της έκδοσης.

Ο Μανδραγόρας τώρα, είναι ένα «τετραμηνιαίο περιοδικό για την τέχνη και τη ζωή», όπως διαβάζω στον τίτλο του. Εξήντα δύο τεύχη, φίλες και φίλοι, από το 1993 μέχρι σήμερα – δεν τα λες και λίγα. Σ’ αυτό το τεύχος που έχω στα χέρια μου, ο αναγνώστης έχει ένα εξίσου, με τη Δίοδο, πλούσιο μενού: ποίηση, πεζογραφία, μεταφρασμένα κείμενα, δύο πλουσιότατα αφιερώματα, στον Βασίλη Βασιλικό και στον Αλέκο Ζούκα, δοκίμιο και βιβλιοπαρουσιάσεις, κι όλα αυτά διανθισμένα με ωραία έργα του ζωγράφου Κώστα Παπατριανταφυλλόπουλου. Εκδότης του Μανδραγόρα είναι ο Κώστας Κρεμμύδας.

Φίλες και φίλοι, όχι, ούτε η Δίοδος, ούτε ο Μανδραγόρας δεν κινούνται σε κάποια Νεφελοκοκκυγία, όπου ενδιαιτώνται εξαϋλωμένοι διανοούμενοι, εντελώς αδιάφοροι για το χώμα και το αίμα, για το αχ! του κόσμου. Τα περιοδικά είναι λογοτεχνικά, ναι, είναι εκδόσεις τέχνης, αλλά κοιτούν και γύρω τους, καταγράφουν τον παλμό τόσο της τοπικής κοινωνίας, της Δράμας, όσο και της Ελλάδας γενικότερα, του τόπου όπου ζούμε, νιώθουμε και σκεφτόμαστε. Ξέρουν πολύ καλά πού βρίσκονται, που πατούν και πού πηγαίνουν, ποιες είναι εκείνες οι κοινωνικές δυνάμεις που συντάσσονται με το Φως, και ποιες είναι αυτές που το αντιστρατεύονται… Κι οι δύο περιοδικές εκδόσεις έχουν τα ώτα τους ευήκοα στον καημό των ανθρώπων.

Αυτή η διασύνδεση τέχνης και ζωής, και μάλιστα μέσα στο Ιστορικό συνεχές, καθορίζουν τη φυσιογνωμία τόσο του Μανδραγόρα, όσο και της Διόδου. Συνεπώς η ύλη τους, όπως καταλαβαίνετε, δεν είναι μόνο απολαυστική, δεν τέρπει μόνο, παρά συνεγείρει κιόλας, λειτουργεί και αφυπνιστικά: ας κοιτάξουμε γύρω μας και μέσα μας, λένε τα περιοδικά αυτά, κι ας το χαρούμε, ας αφήσουμε την Ομορφιά να μας πληγώσει.

Σας ευχαριστώ.”