Άρθρα

Λογοτεχνικά Απογεύματα Παρασκευή

Θεαματικό φινάλε για τα Αίθρια Λογοτεχνικά Απογεύματα του φετινού Φεστιβάλ Δράμας με τον Παύλο Μεθενίτη να υποδέχεται την Λένα Διβάνη. Αφορμή το βιβλίο της «Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας”.

Η Λένα Διβάνη βρέθηκε στο φεστιβάλ και με την ιδιότητα του μέλους της κριτικής επιτροπής του Διεθνούς Διαγωνιστικού Προγράμματος. Η συγγραφέας και καθηγήτρια Ιστορίας Εξωτερικής Πολιτικής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, εξήγησε στο κοινό που κατέκλυσε τον θερινό κινηματογράφο «Αλέξανδρο» πως το βιβλίο αυτό γεννήθηκε από την επιθυμία της να «ξαναζωντανέψει» αυτούς τους ανθρώπους ώστε να ξυπνήσει το ενδιαφέρον των φοιτητών της αλλά και του κόσμου γενικότερα που συχνά θεωρεί την ιστορία κάτι το βαρετό και απρόσωπο. «Ήθελα ο κόσμος να διαβάζει γι’ αυτούς και να παρακαλάει και για άλλο, θέλησα να δείξω τους πραγματικούς ανθρώπους που κρύβονται πίσω από όλα αυτά τα ονόματα στα πρωτοσέλιδα. Και ποιός μας ξερει καλύτερα απ΄όλους; Ο σύντροφός μας. Γνωρίζει τις αδυναμίες μας και τις σκοτεινές όψεις μας…». Γι΄αυτό και επέλεξε να εστιάσει στα ζευγάρια. «Κάθε ζευγάρι από αυτά του βιβλίου, θα μπορούσαν να γίνουν ιστορία του Χόλιγουντ, όπως για παράδειγμα το τρίο Δραγούμη, Δέλτα, Κοτοπούλη».

Η Λένα Διβάνη διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο της, μοιράστηκε συναρπαστικές ιστορίες, όπως αυτή για τον Μπελογιάννη και την εγκυμοσύνη της Έλλης Παππά, και συνομίλησε με το κοινό. Το βιβλίο της αυτό, για το οποίο απαιτήθηκε μια απίστευτα κοπιώδης έρευνα, είναι ουσιαστικά η ιστορία της χώρας μας, από μια άλλη οπτική…

Ακολουθεί αυτούσια η παρουσίαση του Παύλου Μεθενίτη:

«Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας», της Λένας Διβάνη, βιογραφίες, εκδόσεις Πατάκη 2019

“Σε μια συνέντευξή της η Αντόνια Φρέιζερ είπε πως ο βιογράφος αναπόφευκτα είναι πάντα έτοιμος να σε «ξεγελάσει», και ο αναγνώστης είναι πάντα πρόθυμος να «ξεγελαστεί». Βιογράφος και αναγνώστης χορεύουν κι οι δύο μαζί ανάμεσα στην ιστορία και τη λογοτεχνία, κλείνοντας ο ένας το μάτι στον άλλο, συνένοχοι. Ας χορέψουμε λοιπόν!”

Τάδε έφη η κυρία Λένα Διβάνη, μεταξύ άλλων, στον αντί προλόγου… πρόλογό της απαντώντας στο ερώτημα που έθεσε η ίδια: Γιατί να γράψει το βιβλίο «Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας», από τις εκδόσεις Πατάκη.Επειδή, απαντώ αντ’ αυτής, επειδή είναι μια ωραία ιδέα, που γέννησε ένα όμορφο βιβλίο, κυρίες και κύριοι. Έτσι, τα Αίθρια Λογοτεχνικά Απογεύματα του 43ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας έχουν τη χαρά να φιλοξενούν την καθηγήτρια της Ιστορίας Εξωτερικής Πολιτικής στη Νομική Σχολή της Αθήνας, αλλά και καταξιωμένη συγγραφέα, που έχει υπογράψει δεκάδες μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, παιδικά βιβλία και σενάρια για ντοκιμαντέρ. Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν τροφοδοτήσει, διασκευασμένα, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, άρα, η κυρία Διβάνη καλώς βρίσκεται σήμερα εδώ μαζί μας, καθώς λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος: συνδέει το σινεμά και με τη λογοτεχνία, και με την Ιστορία.

Το απόσταγμα του ερευνητικού μόχθου της κυρίας Διβάνη είναι ένα πολυσέλιδο βιβλίο, φίλες και φίλοι, που όμως κυλά σαν το γάργαρο νερό. Εντάξει, η Λένα είναι μαστόρισσα του λόγου, το ξέρω αυτό από τα προηγούμενα βιβλία της, αλλά εδώ υπερέβαλε εαυτήν: χρησιμοποιώντας τα αδρανή ιστορικά υλικά, και τα ζωντανά λογοτεχνικά ποικίλματα, η συγγραφέας χτίζει ένα καλλιεπές πολυώροφο βιβλίο, για να στεγάσει τα ζεύγη των ιστορικών προσωπικοτήτων, που έκαναν, εν πολλοίς, τη χώρα μας αυτή που είναι. Στα δώματα λοιπόν αυτού του φανταστικού μεγάρου, ενδιαιτώνται ο Γεώργιος Παπανδρέου και η Κυβέλη, ο Παύλος και η Φρειδερίκη, ο Νίκος Μπελογιάννης και η Έλλη Παππά, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η Έλενα, ο Ίων Δραγούμης, η Πηνελόπη Δέλτα και η Μαρίκα Κοτοπούλη, ο Χαρίλαος και η Σοφία Τρικούπη, ο Όθωνας και η Αμαλία, κι η Μαντώ Μαυρογένους με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Η συγγραφέας περιγράφει τη ζωή και το έργο αυτών των ανθρώπων, αυτών των ζευγαριών, δίνοντας έμφαση στο πώς η προσωπική διαδρομή του καθενός και της καθεμιάς, και η μεταξύ τους συνάφεια, επηρέασαν τη δημόσια πορεία του προσώπου. Σεξ και πολιτική; Ναι. Ίσως. Όχι μόνο, πάντως – οι σωματικές, αλλά και ιδίως οι ψυχικές ιδιομορφίες, εκτός από τις ερωτικές σχέσεις, έπαιξαν κι αυτές το ρόλο τους στο να γίνουν όλοι αυτοί άνθρωποι ό,τι έγιναν. Και βέβαια, στο να κάνουν ό,τι έκαναν, καλό και κακό.
Όταν μιλάμε για την Τέχνη, αυτό που μετράει, και αυτό που μένει , που επιζεί του δημιουργού του, είναι, κατά τη γνώμη μου, το έργο του και μόνο. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε ατελείς, φθαρτοί – η μοίρα μας είναι, τελικά, η λησμοσύνη. Όμως, κάποιοι, με το δακτυλικό αποτύπωμα του Θεού στο μέτωπο, δημιουργούν κάτι: ένα πίνακα, ένα βιβλίο, ένα μουσικό κομμάτι, ένα γλυπτό, που όχι απλώς είναι ανώτερο του δημιουργού του, παρά αυτονομείται από αυτόν καθώς περνά ο χρόνος, κι εντέλει γίνεται κάτι σαν κοινό κτήμα, ένα στολίδι για όλη την ανθρωπότητα, ένα κόσμημα για όλο τον κόσμο.

Έχει καμιά σημασία που ο συνθέτης της Μικρής Νυχτερινής Μουσικής κατασπαταλούσε τα λεφτά του στον τζόγο, όταν η οικογένειά του δυσκολευόταν να τα φέρει βόλτα, ή το ότι ο συγγραφέας του Γιούγκερμαν στρίμωχνε υπηρέτριες στο πλυσταριό όταν η οικογένειά του κοιμόταν στο κάτω πάτωμα, ή το ότι ο άνθρωπος που απεικόνισε το υποσυνείδητο, εκείνα τα απίστευτα ρευστά ρολόγια, ήταν παθολογικά τσιγκούνης και φραγκοφονιάς; Μειώνεται, έστω και ελάχιστα, η αξία του έργου, όταν η βιογραφική έρευνα αποδείξει πως ο δημιουργός του ήταν ένας κόπανος, όπως άλλωστε είμαστε περιστασιακώς όλοι οι άνθρωποι;

Εμένα τουλάχιστον, ως καταναλωτή πνευματικών προϊόντων, δεν με ενδιαφέρει να μάθω για το σκοτάδι, που ο δημιουργός ανέμειξε με το εντός του φως, για να φτιάξει ένα αριστούργημα, που κάνει τη ζωή μου βιώσιμη – και τα δύο εμπεριέχονται στο έργο του, κι αν προσπαθήσω να τα ξεχωρίσω, είναι σαν να ανατέμνω μια πεταλούδα, για να δώ γιατί είναι τόσο όμορφη.

Ωστόσο, άλλο πράγμα η Τέχνη, και άλλο η πολιτική, η δημόσια σφαίρα. Οπωσδήποτε έχει ενδιαφέρον να μάθουμε πως ο Χίτλερ, ας πούμε, εάν πετύχαινε σαν ζωγράφος, ενδεχομένως δεν θα αιματοκυλούσε τον κόσμο. Η συγγραφέας λέει σχετικά: «Πώς θα κατανοήσουμε τις αποφάσεις ενός δημοσίου προσώπου χωρίς να γνωρίζουμε, έστω και στοιχειωδώς, τα κίνητρά του, τα τραύματά του, τις ανομολόγητες ανάγκες του; Πώς να καταλάβεις τη στάση του Μεταξά αν δε διαβάσεις το ημερολόγιό του, όπου συνεχώς θρηνεί ότι είναι κοντός;»

Έτσι λοιπόν, φίλες και φίλοι, η πένα της Λένας λειτουργεί σαν ένας κινηματογραφικός φακός, που αφηγείται γλαφυρά τη διαδρομή, εσωτερική και εξωτερική, των προσώπων, κάνοντας ζουμ καμιά φορά σε ζουμερές λεπτομέρειες, που σε μένα τουλάχιστον ήταν άγνωστες: Δεν ήξερα, ας πούμε πως η Κυβέλη ήταν η χαϊδεμένη του Βενιζέλου, ενώ η Κοτοπούλη ήταν η αγαπημένη των βασιλικών, με τους οπαδούς των δύο παρατάξεων να σφάζονται στη ποδιά τους. Δεν γνώριζα πως τα χοντροκομμένα θεατρικά έργα που προκαλούσαν το εύκολο δάκρυ, λέγονταν «κρεμμύδια». Δεν είχα πληροφορηθεί πως η «νονά», εντός εισαγωγικών, της νόστιμης πάστας «Σεράνο», η Χιλιανή σέξι αρτίστα Ροζίτα Σεράνο ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, μια από τις ερωμένες του Γέρου της Δημοκρατίας, του Γεωργίου Παπανδρέου, ούτε ότι ο Αιγύπτιος βασιλιά Φαρούκ την είχε πέσει στη Φρειδερίκη, η οποία είχε στενή πνευματική, και ίσως όχι μόνο, σχέση με τον Γιαν Σματς, τον ηγέτη της ρατσιστικής Νοτίου Αφρικής…

Από την κυρία Διβάνη έμαθα πως η Έλλη Παππά, η σύντροφος του Νίκου Μπελογιάννη, έβγαζε τα δόντια της στον οδοντογιατρό χωρίς αναισθησία, μήπως της ξεφύγει κανένα κομματικό μυστικό! Όπως και την περίφημη ατάκα του Ίωνα Δραγούμη στην πολυαγαπημένη του Μαρίκα Κοτοπούλη, «σε αγαπώ φρικτά», από το βιβλίο την έμαθα, ή το άλλο το υπέροχο παρατσούκλι, για τον αγγλοτραφή Χαρίλαο Τρικούπη, που τού το είχαν κολλήσει οι αντιπολιτευόμενες εφηερίδες: «Lord Trikoupington»!

Κυρίες και κύριοι, δεν θέλω να πω άλλα, να κάνω κι άλλα σπόιλερς του βιβλίου. Απλώς να συμπληρώσω πως διαβάζοντάς το κατάλαβα για μια ακόμα φορά, και εναργέστατα, πως οι άνθρωποι, και ιδιαίτερα οι Έλληνες, δεν αλλάζουν. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αλλά επαναλαμβάνεται: όταν κατάγγειλαν τον λαϊκιστή πολιτικό Ιωάννη Κωλέττη για διασπάθιση του δημοσίου χρήματος αυτός απάντησε: «και ποιος τα ‘φαγε; Οι ελληνάδες μου!» Αυτή η ρήση, που προανήγγειλε το παγκάλειο «μαζί τα φάγαμε», είναι ένα από τα ποικίλματα, όπως έλεγα στην αρχή, που θα μου μείνουν από το βιβλίο της κυρίας Διβάνη. Και κάτι τελευταίο: μακάρι τα βιβλία της Ιστορίας, διδακτικά και εκλαϊκευμένα, να ήταν τόσο ευανάγνωστα, τόσο εύκρατα, τόσο χορευτικά, όσο το βιβλίο της Λένας. Τότε, θα τα διαβάζαμε, εμείς οι Έλληνες, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι διαβάζουμε τώρα, κι έτσι δεν θα είμασταν καταδικασμένοι να ξαναζούμε την Ιστορία μας.

 

Λογοτεχνικά Απογεύματα Πέμπτη

Εκλεκτός ο πρώτος καλεσμένος του Παύλου Μεθενίτη την Πέμπτη, και μάλιστα από τον χώρο του κινηματογράφου: ο σκηνοθέτης Δημήτρης Σοφιανόπουλος με αφορμή την κυκλοφορία της αυτοβιογραφίας; (το ερωτηματικό του ιδίου του συγγραφέα) “ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ” (εκδόσεις Ποταμός, 2019).

Ο Δημήτρης Σοφιανόπουλος, πέραν του αξιόλογου σκηνοθετικού του έργου, έχει διατελέσει Γενικός Διευθυντής Τηλεόρασης στην ΕΡΤ και αντιπρόεδρος στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, και στο βιβλίο του διηγείται με το λεπτό χιούμορ του περιστατικά από την ενδιαφέρουσα διαδρομή της ζωής του, αναφερόμενος σε πρόσωπα και πράγματα από τον χώρο της 7ης Τέχνης (και όχι μόνο).

Το δεύτερο μέρος των Αίθριων Λογοτεχνικών Απογευμάτων, ήταν αφιερωμένο στην Ανθολογία μικροδιηγήματος “ΜΕ ΜΙΑ ΣΧΕΔΙΑ- 100 λέξεις σε 100 ώρες για τη Σχεδία”, με τη συμμετοχή της ποιήτριας και δικηγόρου, Πολύνας Γ. Μπανά.

Τα έσοδα από τις πωλήσεις της Ανθολογίας, η οποία μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Παρατηρητής της Θράκης” θα διατεθούν στο γνωστό περιοδικό δρόμου για τους αστέγους “ΣΧΕΔΙΑ”.

Για τον πολύ ενδιαφέροντα αυτόν τόμο, μίλησε ο συγγραφέας και μέλος ΕΔΙΠ του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του Δ.Π.Θ, Σπύρος Κιοσσές, ο ποιητής και Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του Δ.Π.Θ., Χάρης Μιχαλόπουλος και η συγγραφέας και αρθρογράφος Φωτεινή Ναούμ. Χαιρετισμό, εκ μέρους των εκδόσεων “Παρατηρητής της Θράκης”, απηύθυνε η δημοσιογράφος Νατάσα Βαφειάδου.

Ακολουθεί αυτούσια η παρουσίαση του Παύλου Μεθενίτη:

«Πολλά χρόνια αργότερα», αυτοβιογραφία του Δημήτρη Σοφιανόπουλου, εκδόσεις Ποταμός, 2019

Φίλες και φίλοι, σήμερα τα Αίθρια Λογοτεχνικά Απογεύματα θα τιμήσουν την κομψότητα. Το Λεξικό τη ορίζει ως «χάρη, λεπτότητα, διακριτικότητα», αλλά και «γλαφυρότητα του ύφους», ενώ ετυμολογεί τη λέξη από το επίθετο «κομψός», που ίσως να προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «κομέω-κομώ», που σημαίνει «φροντίζω, περιποιούμαι».

Τόσο ο κύριος δίπλα μου, όσο και το πόνημά του που έχω μπροστά μου, έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό την κομψότητα. «Πολλά χρόνια αργότερα», είναι ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του Δημήτρη Σοφιανόπουλου, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ποταμός. Τώρα, στην ερώτηση γιατί να συγγράψει μια «ιλαροτραγική», όπως την χαρακτηρίζει ο ίδιος, αυτοβιογραφία, ένας κύριος που μόνο απόμαχος πρεσβύτης δεν είναι, όπως όλοι βλέπουμε, αυτό είναι κάτι που πρέπει να ρωτήσετε τον ίδιο. Ενδεχομένως το έκανε επί τούτου για να του λέει ο κόσμος το εξής: «αυτοβιογραφία γράφουν τα χούφταλα με τις εναπομείνασες ρανίδες του καταλογισμού τους, για να εξοφλήσουν τα βερεσέδια που χρωστούν στους φίλους τους, και για να τα χώσουν για ύστατη φορά στους εχθρούς τους, εξωραΐζοντας τη δημόσια εικόνα τους, πριν αποχωρήσουν από το μάταιο τούτο κόσμο καβάλα στο φτερωτό άλογο της ματαιοδοξίας τους – εσύ μόνο χούφταλο δεν είσαι, γιατί το έκανες λοιπόν;»

Λοιπόν, όποιος κι αν ήταν ο λόγος που ο απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών – (παύλα)- χίπυ – (παύλα)- οικονομολόγος – (παύλα)- σκηνοθέτης – (παύλα)- Αντιπρόεδρος του Κέντρου Κινηματογράφου – (παύλα)- Γενικός Διευθυντής τηλεόρασης στην ΕΡΤ, όπως περιγράφει ο ίδιος τους σταθμούς της ακαδημαϊκής, επαγγελματικής και καλλιτεχνικής διαδρομής του, όποιος λοιπόν κι αν ήταν ο λόγος που ο Δημήτρης Σοφιανόπουλος μπήκε στον κόπο να γράψει το βιβλίο του, μεταξύ μας, μικρή σημασία έχει, για μένα τουλάχιτον. Το σημαντικό είναι το ίδιο το βιβλίο, που ξεχειλίζει κυριολεκτικά, κυρίες και κύριοι, από φίνο χιούμορ, γλωσσική καλλιέπεια, και σπαρταριστό αυτοσαρκασμό.

Ο Δημήτρης δεν είναι δανδής, δηλαδή κομψευόμενος – είναι αληθινά κομψός. Είναι ένας άνθρωπος που μπαίνει στον κόπο του άλλου, που περιποιείται και φροντίζει τους συγκαιρινούς του, λες κι έχει πάντα κατά νου αυτό το περίφημο «κομέω-κομώ», που δίνει τη λέξη «κομψός». Εάν υπάρχουν όντως οι λεγόμενες «αστικές αρετές», θα έλεγα πως ο συγγραφέας τις ενσωματώνει στο πρόσωπο και στο βιβλίο του: τακτ, χάρη, ευγένεια. Και βέβαια, προσθέστε σ’αυτές και τη φυσική δεξιότητα του αστεΐζεσθαι. Άλλωστε, μια που μιλάμε για αστικές αρετές, να θυμίσω πως η λέξη «αστείος» προέρχεται από το άστυ, την πόλη. Ο κύριος Μπαμπινιώτης είναι σαφής: αστείος είναι ο κάτοικος του άστεως, και γενικότερα ο πολιτισμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος, ο ευφυολόγος, αυτός που διανθίζει τη ομιλία του με ευτράπελα αστεία… Ο Δημήτρης Σοφιανόπουλος δεν καλαμπουρίζει απλώς, παρά προσλαμβάνει την πραγματικότητα αστειευόμενος.
Λέω και ξαναλέω εδώ και χρόνια πως μόνο με τα πολύ σοβαρά πράγματα αξίζει να αστειευτεί κανείς, και βλέπω εδώ, με μεγάλη μου χαρά, πως ο Δημήτρης μιλά για τη ζωή, τον θάνατο, την αγάπη, τον έρωτα, τη δημιουργία, τον χωρισμό, την πολιτική, την εξουσία, τη διαφθορά, την δημοσιοϋπαλληλική αρτηριοσκλήρωση, την καλλιτεχνική ελευθερία, τον κομματισμό, το εφήμερο της ανθρώπινης ζωής, την εκλεκτικότητα της μνήμης και την αξία της φιλίας με ένα τρόπο εύχαρι, σχεδόν τραγουδιστό, καθώς αφηγείται τη ζωή του με σκηνοθετική μαεστρία.

Το βιβλίο είναι ουσιαστικά μια γραπτή ταινία, με τον σκηνοθέτη να υποδύεται τον εαυτό του πηγαίνοντας, κατά το δοκούν, μπρος – πίσω στο χρόνο. Η ελεύθερη κίνηση του Δημήτρη στον χρονικό άξονα, έχει δώσει και τον τίτλο: πολλά χρόνια αργότερα ο Δημήτρης στήνει την κάμερα στο παρόν και κοιτά από το βιζέρ τον εαυτό του, τους πολλούς και διαφορετικούς εαυτούς του: το μωρό, τον οργισμένο έφηβο, τον αντισυμβατικό χίπυ, το σοβαρό οικονομολόγο, τον φιλότιμο μάνατζερ, τον πλήρους απασχόλησης σκηνοθέτη, τον ερωτευμένο σύζυγο και στοργικό πατέρα, τον παρορμητικό ταξιδευτή, τον άρρωστο μπαλαδόρο… Όλες οι περσόνες του, κι η αλληλεπίδρασή τους με τους άλλους ανθρώπους, συνθέτουν εντέλει αυτό το μυθοποιημένο ντοκιμαντέρ, αυτή την ταινία τεκμηρίωσης, που ευτυχώς είναι καρυκευμένη, αρτυμένη με το μύθο και τη φαντασία. Ο τίτλος της είναι «ζωή», δική του και δική μας.

Αλήθεια, σπάνια έχω απολαύσει τόσο πολύ μία βιογραφία, γνωρίζοντας φυσικά πως ασφαλώς και δεν έχει και τόση σημασια η στεγνή πραγματικότητα, τα γεγονότα από λογιστική άποψη, όσο ο τρόπος που τα παρουσιάζεις. Se non e vero, e ben trovato, πράγματι, έτσι είναι, και τα περιστατικά που αφηγείται ο Δημήτρης είναι εντελώς ben trovata – κι αν δεν είναι αληθινά, θα το άξιζαν να είναι.

Οπότε, πάρτε το βιβλίο για να διαβάσετε για τους τόπους, τους ανθρώπους και τα αντικείμενα που σχετίστηκαν με τον κύριο Σοφιανόπουλο: για τα αναβράζοντα αμερικανικά Πανεπιστήμια, για τον ιερό ναό της Λεωφόρου, για τα αριστερά μούσια και τις μελιτζανοσαλάτες του σοσιαλισμού και της μπουρζουαζίας…Διαβάστε, φίλες και φίλοι των Αίθριων Λογοτεχνικών Απογευμάτων για τις παιδικές ασθένειες του Κινηματογράφου στην Ελάδα, για το μεγάλο δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό ασθενή, για τις γαστριμαργικές εκκεντρικότητες, τις οδηγικές δεξιότητες και την ασύγγνωστη αντιπάθεια που τρέφει ο συγγραφέας για τα μηχανάκια, και να με συμπαθάς Δημήτρη μου…

Διαβάστε για τους τους ανιψιούς του Θεού, τους πρωθυπουργεύσαντες, αλλά και τους αναξιοπαθήσαντες, που η παιδιόθεν φιλία τους με τον Δημήτρη έχει ακόμα κανονικές και όχι πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας, διαβάστε για τους κουμπάρους και τις κόρες, για τους γάτους και τους μουσικούς, του συγγραφείς και τους ζωγράφους, διαβάστε για το καλειδοσκοπικό βιοτικό σύμπαν του Σοφιανόπουλου, και θα νιώσετε, φίλες και φίλοι, σαν να σας δεξιώνεται ο Δημήτρης στο ανάκτορο της μνήμης του. Είπα σκοπίμως «δεξίωση», και όχι «αριστέρωση», και θα λήξει εδώ το ζήτημα.

Λοιπόν, δεν έχω να πω πολλά ακόμα. Επιτρέψτε μου μόνο να κλείσω με δυο λόγια από τον ίδιο τον Δημήτρη Σοφιανόπουλο, που πραγματικά απηχούν το πνεύμα του βιβλίου.

«Στην Πρώτη Δημοτικού δεν έδινα δεκάρα αν ο Μιχάλης ήταν ανιψιός εθνάρχη, εμένα μ’ ένοιαζε αν θα μου πάσαρε σωστά τη μπάλα ενώ ήμουνα μόνος μου στη μικρή περιοχή. Ήταν κάτι σαν κι αυτό που μου ‘χε πει κάποιος που είχε συμμαθητή στα Ανάβρυτα τον Κωνσταντίνο, τότε διάδοχο του θρόνου και τώρα «τέως μονάρχη», δηλαδή διεθνή κοσμικό. Οι καθηγητές τον αποκαλούσαν «Υψηλότατο». Και οι μαθητές επίσης, όμως στο ποδόσφαιρο άκουγες κάτι ξεγυρισμένα «δώσε πάσα, ρε μαλάκα Υψηλότατε», καθ’ ότι προφανώς δεν είχαν σε μεγάλη υπόληψη ούτε τους τίτλους ευγενείας, αλλά ούτε και τις ποδοσφαιρικές ικανότητες του εν λόγω συμμαθητού.»

Η άλλη παράγραφος που θα σας διαβάσω, η τελευταία, κοσμεί το οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Πολλά χρόνια αργότερα, και ενώ η μνήμη κι η νοσταλγία επιμένουν να παίζουν ένα εξανλτητικό και ανούσιο μπρα ντε φερ, ο συγγραφέας, ανίκανος να πατήσει delete και να τις αφήσει να πάνε από ‘κει που ήρθαν, γράφει μιαν ιλατροτραγική αυτοβιογραφία και μάλιστα αραδιάζει και μερικά ψέματα προσπαθώντας, λέει, όχι χωρίς κάποιαν έπαρση, να διορθώσει την πραγματικότητα και να τη φέρει πιο κοντά στην αλήθεια. Στήνει κι αυτός μια passerella de addio , όπως έκανε κάποτε ένας άλλος «καλός συνάδελφος», κι ενώ ο γερανός σηκώνεται ψηλά για το τελευταίο πλάνο, η μουσική δυναμώνει και το μελό κορυφώνεται, εκείνος συνεχίζει βλακωδώς και επίμονα να αναρωτιέται, άραγε τί ακριβώς ήρθε να κάνει σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, αφού ούτε το χρήμα, ούτε την εξουσία, ούτε καν την τέχνη και τη διημιουργία, ίσως ούτε τους έρωτες, πήρε ποτέ στα σοβαρά,αν και πέρασε ξυστά από όλα αυτά. Ύστερα τί μένει, THE END, έξοδος εμπρός και δεξιά της οθόνης»

Κυρίες και κύριοι, σας παραδίδω τον Δημήτρη Σοφιανόπουλο!

*«Με μια σχεδία», Ανθολογία μικροδιηγήματος
«100 λέξεις σε 100 ώρες για τη Σχεδία», Εκδόσεις «Παρατηρητής της Θράκης», 2020

Η λέξη «σχεδία», σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, δηλαδή το πρόχειρα κατασκευασμένο πλωτό μέσο από κορμούς δέντρων ή άλλο υλικό, είναι το ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του αρχαίου επιθέτου «σχέδιος», που σημαίνει «πλησίον, κοντινός – προσωρινός, αυτοσχέδιος». Το «σχέδιο», που είναι το ουδέτερο του ίδιου επιθέτου, το αρχαίο «σχέδιον», πέρασε στα λατινικά ως «schedium», που σημαίνει «αυτοσχέδιο ποίημα», αλλά και «σχεδίασμα, γραμμικό σχέδιο». Ο λατινικός όρος έδωσε το ιταλικό «schizzo» , απ’ όπου και το γνωστό μας «σκίτσο».

Οι λέξεις αφηγούνται την ιστορία μας, την ιστορία της σκέψης, της δράσης και των συναισθημάτων μας. Την ιστορία της σκληρότητας και της αλληλεγγύης μας, της απανθρωπιάς και της ανθρωπιάς μας. Σε καιρούς ταραγμένους, μια σχεδία από λέξεις, σχεδιασμένη για να περισώσει ό,τι αξίζει να εκφραστεί, ό,τι αξίζει να διαφυλαχθεί από την ενσυναίσθησή μας, είναι ένα καλό, ένα κατάλληλο όχημα, για να μπαρκάρει η σκέψη μας, και να ταξιδέψει σε άλλους κόσμους.
Αυτή η σχεδία των λέξεων είναι μικρή. Ο ναυπηγός της, ο άνθρωπος της διπλανής μας πόρτας, του παραπάνω δρόμου, της κοντινής μας πόλης, την φτιάχνει όπως γουστάρει, με ό,τι υλικά του βρίσκονται πρόχειρα: φοβισμένα ψελλίσματα, διάτορες κραυγές, ιδιωτικούς μύθους, σπαράγματα ονείρων – είναι, όντως, ένα αυτοσχέδιο σκάφος. Κι ίσως αυτή είναι η αξία του, η αυθεντικότητά του, που περισώζεται από την μικρή του φόρμα: μέσα σε εκατό λέξεις, και να θέλεις, δεν μπορείς να πλατυάσεις, να φλυαρήσεις – υποχρεούσαι να είσαι ουσιώδης.

Πριν πώ πέντε κουβέντες για την Ανθολογία μικροδιηγήματος «Με μια σχεδία», «100 λέξεις σε 100 ώρες για τη Σχεδία», από τις Εκδόσεις «Παρατηρητής της Θράκης», επιτρέψτε μου να σας θυμίσω, φίλες και φίλοι, το πιο σύντομο, κι ενδεχομένως το πιο σπαρακτικό σύντομο διήγημα, του είδους flash story ή sudden story, που αποδίδεται στον Έρνεστ Χέμινγουέι: “For sale. Baby shoes. Never worn”. Έξι λέξεις. Έξι λέξεις στα αγγλικά, πέντε στα ελληνικά! «Πωλούνται βρεφικά παπουτσάκια, αφόρετα». Αυτό το συγκλονιστικό δείγμα λογοτεχνικού λακωνισμού έχει την μορφή της αγγελίας σε εφημερίδα. Τα εκατολεκτικά διηγήματα της ανθολογίας έχουν την μορφή μηνύματος σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Σύντομα, ευανάγνωστα, ίσως κωδικοποιημένα στο νέο φορμά, που όμως δεν αποστερεί από το περιεχόμενο τους χυμούς του.

Κάποιοι ίσως φρικιάσουν με αυτή, τη νέα μορφή short story, που το λέμε και μικροδιήγημα. Είναι μια ηλεκτρονική λογοτεχνία, μια ψηφιακή ποιητική, διακρίνεται από ένα ανεπίσημο ύφος και τον εξομολογητικό της τόνο, σαν να εκμυστηρεύεσαι κάτι στους followers σου, στους ακολούθους σου… Το μικροδιήγημα είναι οικείο, ατημέλητο, ίσως είναι φανατικό, είναι ένα κείμενο με πυτζάμες, ή με ρόμπα, αν μου επιτρέπετε, δηλαδή χωρίς να φορά το ταγιέρ ή το κοστούμι της «σοβαρής», εντός εισαγωγικών, λογοτεχνίας.

Δεν πειράζει όμως, δεν τρέχει τίποτα. Επιτρέψτε μου να πω, φίλες και φίλοι των Αίθριων Λογοτεχνικών Απογευμάτων του 43ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, πως τόσο στα διηγηματάκια αυτά, όσο και γενικότερα στην Τέχνη, αλλά και στη ζωή, είναι η ουσία που μετράει, είναι το νόημα, ο πυρήνας, το ζουμί. Κι από ζουμί, και τα 502 συνολικά μικροδιηγήματα, δηλαδή τα 424 που επιλέχθηκαν μαζί με τα υπόλοιπα, των επαγγελματιών συγγραφέων, έχουν μπόλικο, πιστέψτε με.

Πριν πω μερικά πράγματα για την ουσία που λέγαμε, για το ζουμί, οφείλω να σας θυμίσω το γενικό πλαίσιο της ανθολογίας: λοιπόν, μιλάμε για ένα Διαδικτυακό Διαγωνισμό μικροδιηγήματος με θέμα τη σχεδία, για να βοηθηθούν οι άστεγοι της Κομοτηνής, μέσω του περιοδικού Σχεδία. 23 Μαρτίου επιβλήθηκε η καραντίνα, και την ίδια ημερομηνία προκηρύχθηκε ο διαγωνισμός, που έληξε στις 27 Μαρτίου – δηλαδή τέσσερις μέρες, που μας κάνουν 96 ώρες, ας πούμε εκατό….

Από τις 1200 συμμετοχές, η επιτροπή, (που αποτελούνταν από τον Σπύρο Κιοσσέ, τον Χάρη Μιχαλόπουλο, τη Φωτεινή Ναούμ και την Ξανθή – Τζένη Κατσαρή), επέλεξε 424 μικροδιηγήματα. Όμως, είναι ενδιαφέρον να ακούσουμε τους ίδιους τους ανθρώπους που διάβασαν και τα χίλια διακόσια γραφτά, να μιλούν, από τον πρόλογο της έκδοσης, για τα μικροδιηγήμτα: « η συμμετοχή στον Διαγωνισμό υπήρξε εντυπωσιακή, όχι μόνο ως προς το πλήθος των συμμετοχών αλλά και ως προς τη «βιοποικιλότητά» της, δηλαδή ως προς τα θέματα, τις δι¬άφορες αφηγηματικές τεχνικές, τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες, την ηλικία των συμμετεχόντων, το φύλο, τη γεωγραφική τους κατανομή, το κοινωνικό και μορφωτικό τους υπόβαθρο… Το ηλικιακό εύρος των συμμετεχόντων ήταν εξίσου ενδιαφέ¬ρον. Από 12 μέχρι 82 ετών, η συντριπτική πλειονότητα των συμμετεχόντων ανήκει ηλικιακά στην τρίτη και τέταρτη δε¬καετία». Όσο για το περιεχόμενο, στο προλογικό σημείωμα, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: “Οι σχεδίες των συμμετοχών που λάβαμε, πραγματικές ή φανταστικές, του νου και της καρδιάς, ξύλινες ή χάρτινες, έπλευσαν μέσα σε αστικά τοπία, ανταριασμένα πελάγη, κλει-στά δωμάτια και παραδεισένια νησιά. Ταξίδεψαν στο μέλλον, επέστρεψαν στο παρελθόν (εδώ αξιοσημείωτη είναι η πολύ συχνή παρουσία της φιγούρας τού παππού, ο οποίος δίνει οδηγίες για την κατασκευή της σχεδίας ή για πλεύση στο τα¬ξίδι της ζωής), υποσχέθηκαν φυγή, δημιούργησαν προσδο¬κίες διεξόδου, επιβεβαίωσαν την αποτυχία και τον εγκλεισμό. Συχνή ήταν, επίσης, η παρουσία του λογοπαιγνίου μεταξύ του «σχεδία» και «σχέδια» ή το παιχνίδι του τόνου στην κε¬φαλαιογράμματη εκδοχή «ΣΧΕΔΙΑ»”.

Αυτά από εμένα, φίλες και φίλοι. Δεν θέλω να σας διαβάσω κανένα από τα εκατοντάδες διηγήματα, γιατί έτσι θα αδικήσω τα υπόλοιπα. Όλα είναι ωραία, με τον τρόπο τους, με τη λάμψη και την τρέλα τους, με τον στρωτό ή τον κουτσό βηματισμό τους, με το ξεχωριστό τους άρωμα. Δεν μπορώ να επιλέξω κανένα, όπως δεν θα έλεγα ποτέ ποιο είναι το αγαπημένο μου γράμμα στο μικροδιήγημα του Χεμνινγουέι, από τα συνολικά 25 που απαρτίζουν τις πέντε του λέξεις, με το ένα και μοναδικό τους νόημα. Ο Έρνεστ έγραψε για την απώλεια και τον σπαραγμό, αλλά όλα τα κείμενα στη ανθολογία «με μια σχεδία», σχηματίζουν, σαν ψηφίδες, μία λέξη: «αλληλεγγύη». Ας πιαστούμε και εμείς από αυτή τη Σχεδία, που όπως είπαμε σημαίνει στα αρχαία «η πλησίον, η κοντινή». Ας πάρουμε την ανθολογία, όχι επειδή είναι για καλό σκοπό, αλλά γιατί είναι ένα καλό βιβλίο.

Αίθρια Λογοτεχνικά Απογεύματα, Τρίτη

Xτες, Τρίτη 22/9/2020, πραγματοποιήθηκε η έναρξη των Αίθριων Λογοτεχνικών Απογευμάτων, για πρώτη φορά στον Θερινό Κινηματογράφο «Αλέξανδρο». Το φετινό πρόγραμμα περιλαμβάνει καθημερινές λογοτεχνικές παρουσιάσεις στις 6 μ.μ., έως και την Παρασκευή (25/09).

Φέτος, τα Αίθρια ξεκίνησαν με λογοτεχνικά περιοδικά αντί για βιβλία και με εκλεκτούς καλεσμένους. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Παύλος Μεθενίτης παρουσίασε την «Δίοδο 66100» και τον «Μαδραγόρα», δύο καταξιωμένα περιοδικά.

Ο Κώστας Κρεμμύδας, εκδότης του «Μανδραγόρα» μίλησε για το σημαντικό μακρόβιο περιοδικό, και ακολούθησε παρέμβαση του συγγραφέα Χρήστου Χαρτοματσίδη, ενώ για τη «Δίοδο», το καλαίσθητο Δραμινο περιοδικό, ανέβηκε στο βήμα ο διευθυντής σύνταξης του εντύπου Βασίλης Τσιαμπούσης και το μέλος της Συντακτικής Επιτροπής, Αθανάσιος Κάζης.


Ακολουθεί αυτούσια η παρουσίαση του Παύλου Μεθενίτη:

«Φίλες και φίλοι καλησπέρα σας,
Σας καλωσορίζω στα Αίθρια Λογοτεχνικά Απογεύματα, (που μέχρι πέρσι ήταν Μεσημέρια…), του 43ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, που φέτος περνάει στο επόμενο στάδιό του. Ο Αντώνης Παπαδόπουλος, καλλιτεχνικός διευθυντής του για τριάντα χρόνια, πριν ξεκινήσει για το τελευταίο ταξίδι της ζωής του, πρόλαβε να δώσει στο Φεστιβάλ το κύρος και την αύρα, που το έκαναν γνωστό, αγαπητό και θαυμαστό στον χώρο της ταινίας μικρού μήκους παγκοσμίως. Η αγάπη και ο σεβασμός στο πρόσωπό του, από όλους εμάς τους συνοδοιπόρους του, είναι τα κτερίσματα στη μνήμη του.

Όμως, η ζωή και ο κινηματογράφος προχωρούν, κι ένας νέος άνθρωπος, ο Γιάννης ο Σακαρίδης, καλείται τώρα να οδηγήσει το Φεστιβάλ στην επόμενη πίστα, αν μου επιτρέπετε, στο επόμενο στάδιό του, αφουγκραζόμενος τις νέες φωνές, καταγράφοντας τις νέες εικόνες, διαβάζοντας τις νέες λέξεις, που γεννιούνται καθώς η κοινωνία εξελίσσεται. Κι επειδή πάντα το σινεμά θα συνομιλεί με τη Λογοτεχνία, επειδή η εικόνα και η γραφή θα είναι για πάντα συγκοινωνούντα δοχεία όπου κυκλοφορεί το ρευστό της ανθρώπινης ψυχής, γι’ αυτό είμαστε και πάλι εδώ, όχι στο γνωστό Αίθριο του Φεστιβάλ, αλλά στο θερινό σινμεά «Αλέξανδρος», για να μιλήσουμε για βιβλία!

Και περιοδικά, να προσθέσω…

“ΔΙΟΔΟΣ 66100” και “Μανδραγόρας”

Φίλες και φίλοι, ξεκινάμε τα Αίθρια Λογοτεχνικά Απογεύματα του 43ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας όπως είπαμε, με περιοδικά! Να δηλώσω ευθύς εξαρχής πως λίγα είναι τα περιοδικά που διαβάζονται. Ναι, αυτό μπορεί να ακουστεί κάπως παράξενο, αλλά σκεφτείτε: Πόσα περιοδικά, από αυτά που πέφτουν στα χέρια μας στον προθάλαμο ενός οδοντιατρείου, ας πούμε, ή πόσα από αυτά που έχουν ξεμείνει στο ραφάκι του τραπεζιού μας στο σαλόνι τα έχουμε διαβάσει από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα;

Δε λέω να τα έχουμε ξεφυλλίσει, καθώς περιμένουμε, σκεπτόμενοι κάτι σοβαρότερο, όπως μια ιατρική εξέταση ή τον προορισμό της νυχτερινής μας εξόδου… Δεν εννοώ να έχουμε αφήσει το μάτι μας να βοσκήσει καμιά φωτογραφιούλα εδώ, κάνα σχόλιο στην επόμενη σελίδα, μια ενδιαφέρουσα διαφήμιση στη μεθεπόμενη, κι ύστερα να φτάνουμε στο τέλος του χωρίς να το καταλάβουμε, και μετά να το ξαναπιάνουμε πάλι από την αρχή, συνεχίζοντας να ταλαιπωρούμε το καημένο το περιοδικό, μέχρι που το πετάμε με μια άπονη, αδιάφορη κίνηση στο τραπεζάκι, γιατί ήρθε η σειρά μας… Ώσπου ο επόμενος στην ουρά να το πιάσει στα χέρια του αμήχανα, ουσιαστικά για να παίξει μαζί του σαν να είναι κομπολόι, σαν να είναι πασατέμπος, για να περάσει η ώρα…

Ε, ούτε η Δίοδος, ούτε ο Μανδραγόρας δεν είναι τέτοια περιοδικά. Προσωπικά δεν τα άφησα από το χέρια μου, σαν να ήταν και τα δύο βιβλία. Τα έλιωσα, φίλες και φίλοι, τα έφθειρα, τσάκιζα τις σελίδες τους για μη χάσω το σημείο που είχα μείνει όταν ξανάπιανα την ανάγνωσή τους, τα απόλαυσα από τα εξώφυλλα μέχρι το οπισθόφυλλα τους, όπως…

Τί να πω τώρα, ποιο παράδειγμα να σας δώσω, σε μια εποχή που το χαρτί διώκεται, που τα βιβλία πάσχουν, που οι εφημερίδες καρκινοβατούν και τα περιοδικά γενικά αργοπεθαίνουν, καθώς θεωρούνται πλέον όλα αυτά κάπως σαν τα τελευταία ζώντα απολιθώματα, γραφικοί χάρτινοι αναχρονισμοί…. Πώς να δώσω, ειδικά στους νέους και νεότερους ανθρώπους να καταλάβουν πόσο μου άρεσε να διαβάζω αυτά τα δύο περιοδικά, όταν τα νεανικά χέρια έχουν αγκυλωθεί και καλουπωθεί ως βάσεις κινητού… Πώς να σας δώσω να καταλάβετε πόσο ενδιαφέροντα είναι δύο λογοτεχνικά περιοδικά, όταν η συντριπτική πλειοψηφία των περιοδικών εκδόσεων που πωλούνται, που μπορεί κάποιος να αγοράσει από ένα περίπτερο ή ένα μίνι μάρκετ, έχουν σαν αποκλειστική τους θεματολογία τη θεά Τηλεόραση, και το ιερατείο της, τις ακκιζόμενες σελεμπριτιές που παίρνουν φως από την ανταύγειά της…

Ίσως οι παλιότεροι καταλάβουν πόσο φαγώσιμα περιοδικά είναι ο Μανδραγόρας και η Δίοδος, όταν τους θυμίσω το Νάσιοναλ Τζεογκράφικ, ας πούμε. Παλιότερα, όχι απλώς το διαβάζαμε, μ’ όλα αυτά τα υπέροχα άρθρα του με τις θεϊκές φωτογραφίες, το καταβροχθίζαμε, το λιώναμε από το πολύ διάβασμα. Ε, η Δίοδος κι ο Μανδραγόρας, ας μου επιτραπεί η σύγκριση, είναι αναλόγου γοητείας, μόνο που κινούνται σε εντελώς άλλα νερά. Δεν καταγράφουν το φυσικό και ανθρωπογενές μας περιβάλλον, αλλά τη λαμπρότητα του εσωτερικού τοπίου του Ανθρώπου, με άλφα κεφαλαίο: «Λογοτεχνία, ποίηση, ζωγραφική, φωτογραφία», είναι οι κατηγορίες των περιεχομένων της Διόδου. Αλλά και ιστορικά θέματα φιλοξενούνται στις σελίδες της, από το κοινωνικό, οικονομικό, ακόμα και το αρχιτεκτονικό παρελθόν της Δράμας, τεκμηριωμένα με σπάνιο φωτογραφικό υλικό.

Άλλωστε, αναγράφεται στον τίτλο της: «εξάμηνη περιοδική έκδοση λόγου και τέχνης», λέει, και να πούμε πως έχουν εκδοθεί συνολικά 18 τεύχη, από το 2009 μέχρι σήμερα. Το περιοδικό εκδίδεται από τη Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση Κοινωνικής Πολιτιστικής και Τουριστικής Ανάπτυξης του Δήμου Δράμας, με τον Βασίλη Τσιαμπούση να υπογράφει την διεύθυνση σύνταξης. Βέβαια, η απαράμιλλη ποιότητα της Διόδου, οφείλεται, πρέπει να το πούμε κι αυτό, στην εταιρεία Raycap που ανέλαβε τα έξοδα της έκδοσης.

Ο Μανδραγόρας τώρα, είναι ένα «τετραμηνιαίο περιοδικό για την τέχνη και τη ζωή», όπως διαβάζω στον τίτλο του. Εξήντα δύο τεύχη, φίλες και φίλοι, από το 1993 μέχρι σήμερα – δεν τα λες και λίγα. Σ’ αυτό το τεύχος που έχω στα χέρια μου, ο αναγνώστης έχει ένα εξίσου, με τη Δίοδο, πλούσιο μενού: ποίηση, πεζογραφία, μεταφρασμένα κείμενα, δύο πλουσιότατα αφιερώματα, στον Βασίλη Βασιλικό και στον Αλέκο Ζούκα, δοκίμιο και βιβλιοπαρουσιάσεις, κι όλα αυτά διανθισμένα με ωραία έργα του ζωγράφου Κώστα Παπατριανταφυλλόπουλου. Εκδότης του Μανδραγόρα είναι ο Κώστας Κρεμμύδας.

Φίλες και φίλοι, όχι, ούτε η Δίοδος, ούτε ο Μανδραγόρας δεν κινούνται σε κάποια Νεφελοκοκκυγία, όπου ενδιαιτώνται εξαϋλωμένοι διανοούμενοι, εντελώς αδιάφοροι για το χώμα και το αίμα, για το αχ! του κόσμου. Τα περιοδικά είναι λογοτεχνικά, ναι, είναι εκδόσεις τέχνης, αλλά κοιτούν και γύρω τους, καταγράφουν τον παλμό τόσο της τοπικής κοινωνίας, της Δράμας, όσο και της Ελλάδας γενικότερα, του τόπου όπου ζούμε, νιώθουμε και σκεφτόμαστε. Ξέρουν πολύ καλά πού βρίσκονται, που πατούν και πού πηγαίνουν, ποιες είναι εκείνες οι κοινωνικές δυνάμεις που συντάσσονται με το Φως, και ποιες είναι αυτές που το αντιστρατεύονται… Κι οι δύο περιοδικές εκδόσεις έχουν τα ώτα τους ευήκοα στον καημό των ανθρώπων.

Αυτή η διασύνδεση τέχνης και ζωής, και μάλιστα μέσα στο Ιστορικό συνεχές, καθορίζουν τη φυσιογνωμία τόσο του Μανδραγόρα, όσο και της Διόδου. Συνεπώς η ύλη τους, όπως καταλαβαίνετε, δεν είναι μόνο απολαυστική, δεν τέρπει μόνο, παρά συνεγείρει κιόλας, λειτουργεί και αφυπνιστικά: ας κοιτάξουμε γύρω μας και μέσα μας, λένε τα περιοδικά αυτά, κι ας το χαρούμε, ας αφήσουμε την Ομορφιά να μας πληγώσει.

Σας ευχαριστώ.”