Όταν Κοιμάσαι ο Κόσμος Αδειάζει: Βασίλης Κεκάτος

«Όταν Κοιμάσαι ο Κόσμος Αδειάζει»: Ο Βασίλης Κεκάτος κρατάει το ημερολόγιο των ημερών μας

Μέσα σε λίγο περισσότερα από 12 λεπτά, ο Βασίλης Κεκάτος γράφει, σκηνοθετεί, αφηγείται και μοντάρει – σχεδόν πάνω στην υπέροχη μουσική και το «Περιμένω» του Παύλου Παυλίδη – το ημερολόγιο μιας πανδημίας, μέρος του πρότζεκτ Enter του Ιδρύματος Ωνάση με έργα καλλιτεχνών που δημιουργήθηκαν μέσα σε 120 ώρες.

Μια επιδημία έχει πλήξει την ανθρωπότητα. Οι άνθρωποι απ’ άκρη σ’ άκρη της Γης κοιμούνται και κανείς δεν ξέρει πότε θα ξυπνήσουν. Ελάχιστοι είναι αυτοί που δεν μολύνθηκαν· ανάμεσά τους και ένα αγόρι που ερωτεύτηκε ένα κορίτσι ακριβώς πριν το ξέσπασμα της επιδημίας. Με μια παλιά κάμερα, προσπαθεί να αποτυπώσει πόση ομορφιά έχει απομείνει, έτσι ώστε να την δει το κορίτσι όταν ξυπνήσει.

Δείτε παρακάτω το «Όταν Κοιμάσαι ο Κόσμος Αδειάζει»

As you sleep the world empties | Vasilis Kekatos

Όταν Κοιμάσαι ο Κόσμος Αδειάζει

| Ετος: 2020 | Διάρκεια: 13΄ | Μέσο: Video | Γλώσσα: Ελληνικά | Σενάριο, σκηνοθεσία, εκφώνηση & μοντάζ: Βασίλης Κεκάτος | Διεύθυνση Φωτογραφίας: Γιώργος Βαλσαμής | Μουσική: Παύλος Παυλίδης | Σχεδιασμός Ήχου/Μιξάζ: Βάλια Τσέρου | Σχεδιασμός τίτλων & Αφίσα: Νίκος Πάστρας

Δείτε περισσότερα εδώ για το «Όταν Κοιμάσαι ο Κόσμος Αδειάζει» του Βασίλη Κεκάτου.

Ακυρώνεται και τo Φεστιβάλ του Λοκάρνο

Ακυρώνεται και τo Φεστιβάλ του Λοκάρνο λόγω της υγειονομικής κρίσης του Covid-19

Το Φεστιβάλ του Λοκάρνο, προγραμματισμένο να διεξαχθεί από τις 5 μέχρι και τις 15 Αυγούστου ακυρώνεται λόγω των περιοριστικών μέτρων εξαιτίας της πανδημίας του Covid-19, δίνοντας έτσι το στίγμα και για τις διοργανώσεις του Αυγούστου που ενδέχεται να επηρεαστούν αρνητικά από την παγκόσμια υγειονομική κρίση.

Αντί της διαδικτυακής παρουσίας μέρους της διοργάνωσης – όπως αποφάσισαν πολλά φεστιβάλ που ακυρώθηκαν, ανάμεσα στα οποία και αυτό του Κάρλοβι Βάρι, αλλά και των Κανών – το Φεστιβάλ του Λοκάρνο θα ενισχύσει την ανεξάρτητη παραγωγή ταινιών μέσα από την πλατφόρμα «Locarno 2020 – For The Future of Films»

Ακυρώνεται και τo Φεστιβάλ του Λοκάρνο λόγω Covid-19

Η πρωτοβουλία αυτή θα περιλαμβάνει χρηματικά βραβεία για ταινίες δημιουργών που επλήγησαν λόγω της πανδημίας, ένα για διεθνείς ταινίες και ένα για ταινίες από την Ελβετία, με αντίστοιχες δύο επιτροπές που θα αποτελούνται από σκηνοθέτες. Ταυτόχρονα, το Φεστιβάλ του Λοκάρνο θα λανσάρει μια πλατφόρμα για την ενίσχυση των αιθουσών που στηρίζουν το καλλιτεχνικό σινεμά στη χώρα και που ζημιώθηκαν ανεπανόρθωτα από την κρίση του Covid-19.

H καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Λίλι Χίνστιν δήλωσε για την επιλογή των διοργανωτών να στηρίξουν με άλλο τρόπο τους δημιουργούς και την κινηματογραφική κοινότητα: «Για εμάς προτεραιότητα είναι πάντα να κρατήσουμε ζωντανή τη φυσική αίσθηση του φεστιβάλ, που για εμάς είναι άρρηκτα δεμένη με το σκηνικό, αφού το κοινό του Λοκάρνο βρίσκονται σε αυτό το απίστευτο μέρος, ανάμεσα στη λίμνη και το βουνό, με κέντρο την τεράστια πλατεία Piazza Grande με τη γιγαντιαία οθόνη. Δεν νομίζουμε πως ο κόσμος θα θέλει να παραμείνει μπροστά στις οθόνες του σπιτιού του μετά τη χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων.»

Γιάννης Σακαρίδης μίλησε στο Flix

Ο νέος Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Δράμας Γιάννης Σακαρίδης μίλησε στο Flix

Αναλαμβάνοντας το Φεστιβάλ πάνω σε μια κομβική στιγμή για τη διοργάνωση, αλλά και για την Ελλάδα και τον κόσμο, ο Γιάννης Σακαρίδης δηλώνει έτοιμος να συνεχίσει και να απογειώσει ένα θεσμό που μπορεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στο διεθνές τοπίο.

Έμπειρος κινηματογραφιστής, δημιουργός μπροστά και πίσω από την κάμερα με διεθνείς επιτυχίες, άνθρωπος χαμηλών τόνων αλλά υψηλών απαιτήσεων, ο Γιάννης Σακαρίδης αναλαμβάνει το Φεστιβάλ Δράμας σε μια στιγμή που η ελληνική ταινία μικρού μήκους βρίσκεται στο απόγειό της διεθνώς. Οι προκλήσεις είναι ακόμη περισσότερες, αφού η ανακοίνωση της επιλογής του για τη θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή συνέπεσε με την πανδημία του Covid-19 και την αβεβαιότητα που προκαλεί για το μέλλον διοργανώσεων όπως το Φεστιβάλ.

Στο Flix, o Γιάννης Σακαρίδης μιλάει για τη σχέση του με το Φεστιβάλ Δράμας, τη δική του οπτική πάνω στις βελτιώσεις που απαιτούνται για τον εκσυγχρονισμό του και τον τον πολύπλευρο ρόλο που καλείται να παίξει στην κινηματογραφική κοινότητα, εντός και εκτός συνόρων, τις πρώτες σκέψεις για τη διεξαγωγή του Φεστιβάλ τον ερχόμενο Σεπτέμβριο αλλά και για τα δικά του κινηματογραφικά σχέδια μετά τις επιτυχίες του «Wild Duck» και του «Amerika Square».

Γιατί πιστεύεις ότι επιλέχθηκες ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Δράμας; Η θετική σου απάντηση ήταν δεδομένη ή χρειάστηκε να «ζυγίσεις» πράγματα και καταστάσεις πριν αποφασίσεις;

Ο ενθουσιασμός και η αγάπη που έδειξαν για το μέλλον του Φεστιβάλ ο Πρόεδρος του Οργανισμού, Γιώργος Δεμερτζής, ο Δήμαρχος Δράμας, Χριστόδουλος Μαμσάκος, η Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού, Λίνα Μενδώνη με τον Γενικό Γραμματέα Σύγχρονου Πολιτισμού, Νικόλα Γιατρομανωλάκη, πιστεύω θα έπειθαν πολλούς κινηματογραφιστές να αναλάβουν τη θέση. Είναι μεγάλη τιμή και ελπίζω να είμαι αντάξιος των προσδοκιών όλου του χώρου που έτρεξε σύσσωμος να με στηρίξει. Για χρόνια τώρα προτιμώ να δουλεύω σε κάτι που πιστεύω πολύ, με μια ομάδα ανθρώπων γύρω μου που εμπιστεύομαι.

Πόσο καλά γνωρίζεις το Φεστιβάλ; Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του Φεστιβάλ Δράμας που θεωρείς σωστά, καίρια, ενδιαφέροντα και θα επενδύσεις πάνω τους και ποια είναι εκείνα που, ίσως, σταδιακά θεωρείς ότι πρέπει να εκλείψουν;

Πηγαίνω στο φεστιβάλ από το 1993. Μάλιστα πρόσφατα βρήκα τον κατάλογο από εκείνη τη χρονιά στη βιβλιοθήκη μου. Βασιλικός, Γουδέλης στην πολυμελή κριτική επιτροπή με ταινίες από Νίκο Τριανταφυλλίδη, Λευτέρη Χαρίτο, Φίλιππο Τσίτο, Βασίλη Λουλέ, Δημήτρη Αθανίτη, Γιάννη Κατσάμπουλα κ.ά. Hταν το φεστιβάλ όπου γνώρισα τον Νίκο Τριανταφυλλίδη και όχι μόνο, με τα τηλέφωνά του στο Λονδίνο ακόμη σημειωμένα χειρόγραφα στον κατάλογό μου. Χρόνια φιλίας μετά, συνεργαστήκαμε στο «I Put a Spell on Me». Ήδη από εκείνη την εποχή, το φεστιβάλ είχε αρχές που θα ήθελα να τιμήσω. Το φεστιβάλ, όπως τότε, επί Δερμεντζόγλου και κατόπιν επί Παπαδόπουλου, θα είναι ανοικτό σε όλες τις τάσεις του σινεμά, θα είναι προϊόν συλλογικού οράματος και εργασίας, θα στηρίζεται στην πείρα και εμπειρία κινηματογραφιστών με συμμετοχή σε οργανωτικές και προκριματικές επιτροπές. Επίσης πολύ σημαντική για όλους μας είναι η Εκπαίδευση σε όλα τα ηλικιακά επίπεδα στη διάρκεια της χρονιάς, το Pitching Lab και το Drama Mini Talent Lab τα οποία φέτος θέλουμε να τα ενισχύσουμε on line και σε πλατφόρμα. Θα επανασυνδεθούμε με δημιουργούς που τα τελευταία χρόνια για διάφορους λόγους δεν έρχονταν στη Δράμα και σχεδιάζουμε εκπαιδευτικά προγράμματα με βραβευμένους κινηματογραφιστές, ηθοποιούς, παραγωγούς και τεχνικούς από τα προηγούμενα χρόνια του φεστιβάλ.

Ως σκηνοθέτης και μοντέρ, θεωρείς ότι έχεις τα εργαλεία (ποια είναι αυτά;) για να αντιμετωπίσεις την έντονη διοικητική / δημοτική / κρατική πλευρά του Φεστιβάλ Δράμας;

Η εντύπωση που έχω από την ομάδα του φεστιβάλ και τους φορείς που στηρίζουν τον Πολιτιστικό Οργανισμό με κάνει αισιόδοξο ότι θα επικρατήσει μια μοντέρνα αντίληψη και ευθύτητα στη διαχείριση. Από την άλλη θεωρώ ότι όποιος έχει καταφέρει να κάνει παραγωγή 2 μεγάλου μήκους low budget ταινιών στην Ελλάδα που ταξίδεψαν με επιτυχία στο εξωτερικό, έχει αποδεχθεί τη πραγματικότητα της καθημερινής σχέσης με το Δημόσιο και έχει καταλάβει ότι οι δυνατότητές μας είναι μεγάλες, αρκεί να βλέπουμε το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο.»

Το Φεστιβάλ Δράμας είναι εδώ και χρόνια διεθνές, αλλά το ξένο πρόγραμμά του είναι σταθερά πιο παραγνωρισμένο (ενδεχομένως και πιο αδύναμο) από το ελληνικό και σε κάθε περίπτωση δεν αναδεικνύεται όπως θα του αναλογούσε. Πώς σκοπεύεις να το βελτιώσεις αυτό;

Διεθνείς κινηματογραφικοί θεσμοί όπως η Fipresci, η Διεθνής Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου, φαίνεται να μη συμφωνούν με αυτό που λέτε, αφού το report που έγινε πέντε χρόνια πριν για το φεστιβάλ ήταν τόσο θετικό που είχε ως αποτέλεσμα να μη λείπουν από τότε οι επιτροπές της από το φεστιβάλ. Επίσης, η Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου (EFA) δίνει σε 22 φεστιβάλ στον κόσμο τη δυνατότητα να έχουν έναν νικητή απευθείας υποψήφιο για τα βραβεία της. Δύο φορές τα τελευταία χρόνια η επιλογή της Δράμας ήταν αυτή που πήγε στα μεγάλα EFA και έλαβε τη διάκριση Best European Short Film («The Wholly Family» του Τέρι Γκίλιαμ, 2011 και το «Picnic» του Γιούρε Πάβλοβιτς, 2015). Είμαστε πολύ κοντά στο να αποκτήσουμε και Όσκαρ qualification για το νικητή βραβείου, που θα προκαλέσει σίγουρα κι άλλο ενδιαφέρον για το Φεστιβάλ. Εξασφαλίζουμε κατά μέσο όρο 10 Παγκόσμιες Πρεμιέρες και 12 Ευρωπαϊκές Πρεμιέρες το χρόνο και υπάρχουν χώρες που πριμοδοτούν το ταξίδι των σκηνοθετών όταν η ταινία τους έχει επιλεγεί στο διαγωνιστικό της Δράμας, που σημαίνει ότι το θεωρούν Α-List, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Γαλλικό Κέντρο Κινηματογράφου να δίνει credits για επόμενη χρηματοδότηση σε κινηματογραφιστές που η ταινία τους είχε περάσει από τη Δράμα.

Ο ως τώρα πολύ μεγάλος αριθμός των ταινιών που επιλέγονται για το Εθνικό Διαγωνιστικό Τμήμα έχει συγκεντρώσει (και) έντονα αρνητικά σχόλια. Ποια είναι η θέση σου; Θα αλλάξει κάτι σ’ αυτό;

Το Φεστιβάλ καλούσε μια Κριτική Επιτροπή στο Εθνικό διαγωνιστικό που είχε 60-70 ταινίες. Συμμετείχα κι εγώ σε δύο από αυτές. Λέγαμε λοιπόν μαζί με τους δημοσιογράφους άλλοι έντονα και άλλοι ψιθυριστά ότι είναι πολλές οι ταινίες για ένα πενθήμερο πρόγραμμα. Μετά το Φεστιβάλ μας καλούσε στην Προκριματική Επιτροπή να δούμε τις 250 ταινίες της επόμενης χρονιάς. Και τότε ερχόμασταν αντιμέτωποι με αυτό που «κατηγορούσαμε». Επιλέγαμε 70 ταινίες. Και τον Σεπτέμβριο μας κατηγορούσε η επόμενη επιτροπή για τις πολλές ταινίες… Σίγουρα για μένα το σημαντικό είναι ποιες ταινίες και όχι πόσες ταινίες επιλέγεις. Μια ομάδα συνεργατών ως Προκριματική Επιτροπή αλλά και ένα ξεχωριστό αναβαθμισμένο Σπουδαστικό Εθνικό Διαγωνιστικό θα βοηθούσε την επιλογή των ταινιών χωρίς την αριθμητική πίεση. Σίγουρα το ποιοτικό επίπεδο ανεβαίνει συνέχεια. Η μικρού μήκους στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή είναι στο απόγειό της.

Θα συνεχίσεις το σχέδιο της χρήσης της Καπναποθήκης ως κέντρου του Φεστιβάλ, το οποίο, παρά τις κατά καιρούς «διακηρύξεις», βρίσκεται ακόμα μόνο σε συζητήσεις; Σε σχέση με το πρόβλημα της αίθουσας (Ολύμπια) που προφανώς είναι ακατάλληλη για ένα Φεστιβάλ του μεγέθους της Δράμας, τι ιδέες υπάρχουν;

Η Καπναποθήκη και η αναζήτηση μεγαλύτερης αίθουσας προβολής είναι θέματα που εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες πέραν των αρμοδιοτήτων ενός καλλιτεχνικού Διευθυντή. Ο Πρόεδρος του Οργανισμού, ο Δήμαρχος Δράμας και ο Περιφερειάρχης σε άμεση συνεργασία με το ΥΠ.ΠΟ.Α, εξετάζουν όλες τις πιθανότητες προς εξεύρεση λύσης. Όπως αντιλαμβάνομαι με τις εκλογές άλλαξαν πολλοί άνθρωποι σε θέσεις κλειδιά οπότε με τον κατάλληλο συντονισμό πιστεύω ότι θα έχουμε εξελίξεις.

Στο πεδίο της εκπαίδευσης, τι ρόλο θα μπορούσε να παίξει το Φεστιβάλ Δράμας και πώς πιστεύεις ότι αυτό θα μπορούσε να υλοποιηθεί;

Θα δοθεί μεγάλη έμφαση από όλους μας στην εκπαίδευση. H Σχολή Κινηματογράφου στη Δράμα όπως και η μεταστέγαση στην καπναποθήκη Περδίκα, ήταν ένα όνειρο ζωής και μέχρι τέλους επιδίωξη του Αντώνη Παπαδόπουλου. Θα γίνονται μαθήματα σε Σχολεία όλη τη χρονιά, το Pitching Lab θα ενισχυθεί σημαντικά και οι βραβευμένοι κινηματογραφιστές, ηθοποιοί και τεχνικοί του φεστιβάλ θα δώσουν masterclasses, σεμινάρια και θα κάνουν προβολές κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Και φυσικά θα συνεχίσουμε τον Διεθνή Μαθητικό Διαγωνισμό Ταινιών Μικρού Μήκους «Cinema…διάβασες;»

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των τελευταίων χρόνων σε επίπεδο εξωστρέφειας και παρά το «περιεχόμενο» του Φεστιβάλ που είναι απόλυτα νεανικό, σύγχρονο και δυναμικό, το Φεστιβάλ Δράμας δεν μοιάζει να έχει εναρμονιστεί με την έννοια του σημερινού, σύγχρονου Φεστιβάλ που αφορά εξίσου το εξωτερικό, όσο και το εσωτερικό. Ποιες είναι οι σκέψεις σου πάνω σε αυτό το θέμα;

Γινόταν πολλή δουλειά μέσα στο χρόνο από εκλέκτορες και τον Αντώνη Παπαδόπουλο που έβλεπαν περισσότερες από 2000 ταινίες και πρότειναν ταινίες που δεν είναι απλώς οι best of των άλλων φεστιβάλ ή απλώς αυτές που θα κυκλοφορήσουν από τη διανομή. Θέλει σίγουρα ρίσκο, αλλά και ενθάρρυνση από τον εθνικό τύπο. Η συνέχεια θα είναι ανάλογη. Είχα την τύχη να ταξιδέψω σε πολλά φεστιβάλ με τις ταινίες μου και θα συνεργαστώ με συνάδελφους μου που θα ζητήσουμε να βοηθήσουν με την πείρα τους. Πολύ σημαντικό και πρωτοποριακό το πρόγραμμα «Το Φεστιβάλ Δράμας ταξιδεύει» που ξεκίνησε το 1994 με μετακίνηση Μηχανικού και Μηχανής προβολής σε 9 πόλεις τότε, και σήμερα έφτασε τις 90 πόλεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Υπάρχουν χιλιάδες θεατές που αγάπησαν τη μικρού μήκους μέσω του θεσμού αυτού και πλέον πολλά φεστιβάλ στον κόσμο έχουν οικειοποιηθεί το θεσμό. Οι θεατές και οι επαγγελματίες του χώρου που ασχολούνται περισσότερο με το Ελληνικό Διαγωνιστικό ίσως να μη μπορούν να παρακολουθήσουν και το Διεθνές αλλά αυτό δεν σημαίνει πως το διεθνές τμήμα του Φεστιβάλ Δράμας δεν είναι δυνατό. Το καταλαβαίνω αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι γι αυτό.

Γιάννης Σακαρίδης

Γιάννης Σακαρίδης

Η εντύπωση που έχω από την ομάδα του φεστιβάλ και τους φορείς που στηρίζουν τον Πολιτιστικό Οργανισμό με κάνει αισιόδοξο ότι θα επικρατήσει μια μοντέρνα αντίληψη και ευθύτητα στη διαχείριση. Από την άλλη θεωρώ ότι όποιος έχει καταφέρει να κάνει παραγωγή 2 μεγάλου μήκους low budget ταινιών στην Ελλάδα που ταξίδεψαν με επιτυχία στο εξωτερικό, έχει αποδεχθεί τη πραγματικότητα της καθημερινής σχέσης με το Δημόσιο και έχει καταλάβει ότι οι δυνατότητές μας είναι μεγάλες, αρκεί να βλέπουμε το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο.

Πότε άρχισε να σ’ ενδιαφέρει προσωπικά το νέο ελληνικό σινεμά και ποια ήταν (πώς μετατράπηκε) η αίσθησή σου γι’ αυτό;

Πρωτάκουσα για τον Αγγελόπουλο πολύ μικρός, όταν ζούσα σε μια κωμόπολη της Βόρειας Ελλάδας, στη Σκύδρα, απ’ όπου περνούσε συχνά για ρεπεράζ και γυρίσματα στην αγαπημένη του Φλώρινα και έξω από την Έδεσσα. Έμελλε να είναι η πρώτη μου επαφή με κάποιον σκηνοθέτη. Μ’ έκανε να αισθανθώ το πάθος του για το σινεμά, την ατέλειωτη αναζήτησή του, αλλά και την κουλτούρα που κουβαλούσε μαζί του. Όταν ζεις στην επαρχία, το να βλέπεις μπροστά σου (σε γυρίσματα στη Φλώρινα) τα ιερά τέρατα του παγκόσμιου σινεμά όπως τον Μαστρογιάνι, τη Ζαν Μορό, τον Τεό και τους συνεργάτες του, είναι μια ανεκτίμητη εμπειρία για όλους. Χρόνια αργότερα στο Λονδίνο, όπου σπούδαζα κινηματογράφο, παρακολούθησα όλες τις ταινίες του Αγγελόπουλου στο Riverside Studios και έκλεισε ένας κύκλος αναζήτησης. Έχω δουλέψει ως μοντέρ με τον Πανουσόπουλο, τον Γραμματικό, τον Τριανταφυλλίδη αλλά και με δεκάδες άλλους από τις νεότερες γενιές. Αγαπώ τις ταινίες πολλών Ελλήνων σκηνοθετών αλλά και πάντα πίστευα στη μεγάλη καταξίωση της γενιάς μου. Θεωρώ το 1998 με τη ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, «Από την Άκρη της Πόλης» και το 2009 με τη «Στρέλλα» του Πάνου Χ. Κούτρα και τον «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου σημαντικούς σταθμούς του ελληνικού σινεμά. Είναι ενθαρρυντικό το «diversity», σε θεματολογία και στιλ, η παρουσία τόσο καλών Ελληνίδων σκηνοθετριών, η πληθώρα άριστων ηθοποιών, τεχνικών και η πρόοδος των Ελλήνων παραγωγών.

Παρακολουθείς τις ελληνικές μικρού μήκους ταινίες τα τελευταία χρόνια; Νιώθεις ότι σε ενθουσιάζουν; Βλέπεις κάποιες κοινές παραμέτρους μεταξύ τους;

Τα τελευταία χρόνια είχαμε σημαντικές επιτυχίες από τις μικρού μήκους ταινίες, που ίσως επισκίασαν κάποιες χρονιές τις ελληνικές μεγάλου μήκους σε διεθνή φεστιβάλ, από τους Κεκάτο, Κοτζαμάνη, Ζώη, Κολοβό, Αρτεμις Αναστασιάδου, Λέντζου, Νεοφώτιστο και πολλούς άλλους. Ζούμε ίσως τα καλύτερα χρόνια που θυμάμαι για τις μικρού μήκους σε αναγνωρισιμότητα στο εξωτερικό, σε συμπαραγωγές και διεθνή βραβεία. Η γενιά αυτή βοηθούμενη από την αλματώδη πρόοδο των Ελλήνων παραγωγών έχει μοντέρνα γραφή, άριστη τεχνική και κατασκευή, πλουραλισμό στη θεματολογία, συμμετοχή πολύ καλών ηθοποιών και μια ματιά που βλέπει την υφήλιο και τον υπόλοιπο κόσμο σαν να είναι η αυλή του σπιτιού τους. Chapeau!

Οι διεθνείς επιτυχίες των ταινιών μικρού μήκους (ειδικά τα τελευταία χρόνια) πώς μπορούν να ενισχύσουν το ίδιο το Φεστιβάλ και αντίστοιχα από τη μεριά του Φεστιβάλ να επιστρέψει αυτή η ενίσχυση στους δημιουργούς;

Το φεστιβάλ, όπως ήδη σας ανέφερα, φιλοδοξεί να δημιουργήσει πρόγραμμα με masterclasses, προβολές και on line ταινίες/εργαστήρια με τη συμμετοχή βραβευμένων σκηνοθετών, συντελεστών και ηθοποιών και ήδη δουλεύει προς αυτήν την κατεύθυνση. Το Pitching Lab, το Drama Mini Talent Lab, η ενθάρρυνση των συμπαραγωγών μέσω του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας αλλά και οι συνεργασίες μας με άλλα φεστιβάλ θα επιστρέψουν αυτή την ενίσχυση στους δημιουργούς.

Πώς κρίνεις την κατάσταση στο ελληνικό σινεμά σήμερα, ακόμη και μετά τη δεκαετία της κρίσης και των διεθνών επιτυχιών, σε επίπεδο χρηματοδότησης, συνθηκών παραγωγής και στήριξης της ελληνικής ταινίας – είσαι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος για το μέλλον;

Τα τελευταία χρόνια ήταν πολύ δύσκολα παρά τις διεθνείς επιτυχίες. Όπως διαπιστώσαμε με τον πιο δραματικό τρόπο την ανάγκη για καλύτερο Εθνικό Σύστημα Υγείας, θα δούμε σύντομα την ανάγκη για ενίσχυση του ελληνικού σινεμά από τη Πολιτεία. Δεν γίνεται αλλιώς. Ειδικά με κλειστά τα σινεμά αλλά και τα θέατρα για μήνες και περιορισμούς σε δημόσιους χώρους, ο ρόλος και η συμβολή της Πολιτείας στη σύγχρονη τέχνη έγινε ακόμη πιο σημαντικός. Υπάρχει βέβαια σοβαρότητα και καλύτερη επικοινωνία της πολιτείας με τον κινηματογραφικό χώρο. Ήδη υπάρχουν εξαγγελίες για τις μικρού μήκους, τα ντοκιμαντέρ και το animation. Ελπίζω να επεκταθούν στις μεγάλου μήκους και να ανεβεί, κι εννοώ να πολλαπλασιαστεί, το μπάτζετ για ταινίες από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου.

Είναι ακόμα κάπως πρώιμο, αλλά σκέφτεστε καθόλου τι εναλλακτικές υπάρχουν για το Φεστιβάλ Δράμας, εάν, τυχόν, τον Σεπτέμβριο δεν μπορούμε να μαζευόμαστε σε κλειστές αίθουσες;

Ελπίζουμε πως θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα και δουλεύουμε με δεδομένο πως θα είμαστε όλοι εκεί τον Σεπτέμβρη. Παράλληλα όμως σχεδιάζουμε την ανανέωση της ηλεκτρονικής μας σελίδας, μελετάμε σε ποια πλατφόρμα θα μπορούσαμε να δουλεύουμε, θέλουμε να συνεργαστούμε με το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που έχει κάνει μεγάλα βήματα σε αυτόν το τομέα και μέσω του Short Film Conference όπου ανήκουμε, είμαστε σε επαφή με άλλα φεστιβάλ που γίνονται τους επόμενους 2 μήνες όπως το Vienna Shorts κά. Το αγαπημένο μου Encounters στο Μπρίστολ που αρχίζει την ίδια βδομάδα με μας, ήδη έχει ανακοινώσει ότι το Διεθνές Διαγωνιστικό φέτος θα είναι online.

Γενικά και ανεξάρτητα από το Φεστιβάλ Δράμας, ποια πιστεύεις ότι θα είναι η «επόμενη μέρα» όταν λήξουν τα περιοριστικά μέτρα λόγω της πανδημίας για το σινεμά;

Η ιστορία μας διδάσκει ότι έχουν γραφτεί μεγάλα αριστουργήματα της Λογοτεχνίας όταν η ανθρωπότητα δοκιμάζεται. Οπότε να υποθέσω ότι αντίστοιχα θα γραφτούν και πολύ σημαντικά σενάρια. Όμως, όλη η κινηματογραφική κοινότητα έχει πληγεί οικονομικά. Η διανομή, τα φεστιβάλ, οι παραγωγές έχουν πάει πίσω, πολύς κόσμος έμεινε χωρίς δουλειά και φοβάμαι ότι αυτό το σοκ θα περάσει καιρός για να ξεπεραστεί. Η μικρού μήκους αντέχει και σε αυτή την κρίση, ήδη γίνονται ταινίες σε κλειστούς χώρους που αποτελούν τα πρώτα βήματα για να ξαναβρεθούν πιο γρήγορα οι δημιουργοί, οι ηθοποιοί και οι τεχνικοί στα γυρίσματα.

Η νέα σου θέση θεωρείς ότι θα επηρεάσει τη δημιουργική δουλειά σου; Κοινώς, να περιμένουμε από εσένα ταινία τα προσεχή χρόνια;

Είμαι σε δημιουργική δουλειά από το 1995 και πάντα συνδυάζω τις σκηνοθετικές μου αναζητήσεις δουλεύοντας παράλληλα κοντά σε άλλους σκηνοθέτες στο μοντάζ, στην παραγωγή και τώρα στο Φεστιβάλ. Η επόμενή μου ταινία είναι σε στάδιο ανάπτυξης, την έγραψα με την κινηματοθεραπεύτρια / ψυχολόγο Ντενίζ Νικολάκου, δουλεύοντας με τους ηθοποιούς Θέμιδα Μπαζάκα, Τάσο Νούσια, Sandra Von Ruffin, Γιάννη Στάνκογλου, Βασίλη Κουκαλάνι και Αλέξανδρο Λογοθέτη και έχει τίτλο «A Year Without Summer» («Μια Χρονιά Χωρίς Καλοκαίρι»).

Οι προγραμματισμένες ημερομηνίες διεξαγωγής για το 43ο Εθνικό / 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Δράμας είναι 20 έως και 26 Σεπτεμβρίου του 2020.

22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Το 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά, 19-28 Μαΐου

Μετά την αναβολή του λόγω της υγειονομικής κρίσης, το 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης θα γίνει online από την Τρίτη 19 Μαΐου έως την Πέμπτη 28 Μαΐου 2020.

Πιο επίκαιρα από ποτέ, σ’ αυτή την πρωτόγνωρη συνθήκη που ζούμε, τα ντοκιμαντέρ που θα προβληθούν στο online 22ο Φεστιβάλ, μας υπενθυμίζουν τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, ποια είναι η σχέση μας με τη φύση, πόσο ευάλωτοι και ταυτόχρονα πόσο δυνατοί είμαστε. Ετοιμαστείτε για συναρπαστικά (νοερά) ταξίδια σε όλο τον κόσμο! Ανάμεσα στις ταινίες, μη χάσετε και 77 ελληνικές πρόσφατες παραγωγές: απ’ την πολιτική, τη μουσική και την Ιστορία, το περιβάλλον, τις ανθρώπινες σχέσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αποκαλύπτουν την ίδια τη ζωή.

Οι κριτικές επιτροπές θα παρακολουθήσουν τις ταινίες online και θα απονείμουν τα βραβεία.

Οι ταινίες θα είναι διαθέσιμες δωρεάν για το κοινό και κάθε ταινία θα διατίθεται για 400 θεάσεις, σε χρήστες αποκλειστικά στην Ελλάδα, καθώς το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης έχει αναλάβει μια διεθνή πρωτοβουλία για την καθιέρωση του γεωγραφικού περιορισμού των προβολών στις online φεστιβαλικές διοργανώσεις, με σκοπό την προστασία των ταινιών και των φεστιβάλ.

Το Φεστιβάλ είναι σε διαρκή συνεργασία με το υπουργείο Πολιτισμού και τις υγειονομικές αρχές και όταν και εφόσον το επιτρέψουν οι εξελίξεις θα εξετάσει το ενδεχόμενο να πραγματοποιήσει και φεστιβαλικές προβολές σε θερινούς κινηματογράφους και σε ανοιχτούς χώρους (λιμάνι, πλατείες, πάρκα κ.α.) της Θεσσαλονίκης μέσα στο καλοκαίρι, λαμβάνοντας φυσικά όλα τα απαραίτητα μέτρα.

Επιπλέον πρόθεση του Φεστιβάλ είναι, σε συνεργασία με το ΥΠΠΟΑ, να προσληφθούν όλοι οι συμβασιούχοι οι οποίοι επρόκειτο να εργαστούν τον Μάρτιο. Για τις ανάγκες διοργάνωσης του διαδικτυακού 22ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης θα ενεργοποιηθούν όλες ανεξαιρέτως οι συμβάσεις που δεν είχαν προλάβει να ξεκινήσουν τον Μάρτιο και θα ολοκληρωθούν όλες οι συμβάσεις που διακόπηκαν, εξαιτίας της αναβολής του Φεστιβάλ.

Επίσης, οι επικεφαλής των τμημάτων του Φεστιβάλ θα μεριμνήσουν για την αναγκαία εκπαίδευση και εξοικείωση των συμβασιούχων με νέες δεξιότητες που απαιτούνται για την online πραγματοποίηση της διοργάνωσης.

Το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών θα γίνουν εξ αποστάσεως, αλλά για όσους εργαζόμενους χρειαστεί να έχουν φυσική παρουσία στο γραφείο, θα τηρηθούν αυστηρά όλες οι υγειονομικές υποδείξεις που θα είναι σε ισχύ (αποστάσεις, γάντια, μάσκες, αντισηπτικά).

Σύντομα θα ανακοινωθούν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα και τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η online θέαση των ταινιών.

POSTER_TDF_22_GOES_ON

Από την Πλατεία Αμερικής στη Δράμα

Από την Πλατεία Αμερικής στη Δράμα

Άμεση ήταν η αντίδραση του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Αντώνη Παπαδόπουλου, είκοσι χρόνια στο τιμόνι του θεσμού, ανακοινώθηκε ο διάδοχός του, μια επιλογή του Διοικητικού Συμβουλίου που έγινε δεκτή και από την υπουργό Πολιτισμού. Και ήταν έκπληξη: ο επιτυχημένος μοντέρ και σκηνοθέτης Γιάννης Σακαρίδης, που μόλις το 2018 η δεύτερη ταινία του μεγάλου μήκους, «Πλατεία Αμερικής», ήταν η εθνική μας πρόταση για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας.

Θα ’λεγε κανείς ότι ο Σακαρίδης, που άλλωστε έλειψε πολλά χρόνια στο εξωτερικό, στην Αγγλία, χώρα των σπουδών του αλλά και μιας σημαντικής καριέρας μοντέρ, θα ήθελε να αφοσιωθεί στο σινεμά. Όχι στη διαχείριση ενός μεγάλου κρατικού φεστιβάλ με ιδιαίτερα ευαίσθητο χαρακτήρα, την προώθηση και ανάδειξη νέων κινηματογραφιστών.

Θα το εγκαταλείψει, άραγε, το σινεμά; «Όχι, βέβαια, άλλωστε το να είσαι ενεργός κινηματογραφιστής στην Ελλάδα σημαίνει ότι κάνεις μία ταινία τα πέντε χρόνια. Πιστεύω ότι θα μπορέσω να συνδυάσω Δράμα και ταινίες. Ίσα-ίσα που νιώθω ότι μπαίνω πολύ πιο μέσα στο σινεμά. Πάντα έκανα κι άλλα πράγματα παράλληλα με τις ταινίες μου, όπως το μοντάζ που, πέραν του ότι έκανα καριέρα, με βοήθησε πολύ και ως σκηνοθέτη».

Δεν του είχε ποτέ περάσει από το μυαλό να γίνει καλλιτεχνικός διευθυντής ενός φεστιβάλ. «Όλες μου οι φιλοδοξίες ήταν γύρω από το σινεμά. Όσο κι αν με συνάρπαζαν τα φεστιβάλ και αγαπούσα τόσο τη Δράμα, που πήγαινα ως θεατής από το 1993, αλλά και τη Θεσσαλονίκη. Μεγάλωσα στη Βόρεια Ελλάδα, είμαι από τη Σκύδρα της Πέλλας, και ξέρω πόσο σημαντικά είναι και τα δύο, ανάσες πολιτισμού για τον τόπο, πέρα από την προσφορά τους στο σινεμά».

Δεν διεκδίκησε τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή της Δράμας. Η πρόταση του ήρθε από τον πρόεδρο του Δ.Σ. Γιώργο Δεμερτζή και τον δήμαρχο Χριστόδουλο Μαμσάκο. Ήταν συνδεδεμένος με φεστιβάλ, είχε συμμετάσχει και βραβευτεί δύο φορές, είχε υπάρξει μέλος της Κριτικής και της Προκριματικής του επιτροπής. Δεν αποδέχτηκε την πρόταση αμέσως, χωρίς συζήτηση. «Τους είπα κάποια πράγματα που έχω στο μυαλό μου και είδα έναν μεγάλο ενθουσιασμό από τη μεριά τους. Διότι πολλά εξαρτώνται από την καλή μας συνεργασία. Είναι αποφασισμένοι να κάνουμε μια πολύ δυναμική αλλαγή και επανεκκίνηση του φεστιβάλ».

Τη χρειάζεται η Δράμα. Όσο κι αν το φεστιβάλ είναι απαραίτητο και κυρίαρχο στην καρδιά των μικρομηκάδων, όσα βήματα και αν έχει κάνει, δεν διαθέτει, ίσως, την εξωστρέφεια και την τόλμη της Θεσσαλονίκης, που εκτινάχτηκε όταν έκοψε εντελώς με κάποιες παλιές δουλείες του χώρου, παραγοντισμούς και σωματεία. Δεν θέλει να σχολιάσει το τελευταίο. «Δεν θα σπάσουμε αυγά κατευθείαν», λέει και γελάει. Τι έχει, λοιπόν, στο μυαλό του: ριζικές αλλαγές ή προσεκτικά βήματα;

«Θα μπούμε δυναμικά, θα κάνουμε αμέσως αλλαγές. Θα δοκιμάσουμε φρέσκες ιδέες και νέα πράγματα κι ας μη δουλέψουν από την πρώτη χρονιά. Ο στόχος του φεστιβάλ μπορεί να είναι σαφής, αλλά από κει και πέρα έχει σημασία πώς παρουσιάζεις το πρόγραμμα, όχι μόνο το ελληνικό, αλλά και το εκπληκτικό Διεθνές». Ένα από τα πρώτα πράγματα που σκέφτεται είναι ο τρόπος επιλογής των ταινιών για το διαγωνιστικό ελληνικό τμήμα. Συχνά ακούγονται κριτικές για ένα υπερφορτωμένο πρόγραμμα.

«Το να μειώσεις τις ταινίες είναι δύσκολο στην πράξη», λέει. «Έχει ανεβεί πολύ το επίπεδο. Ξέρω βέβαια ότι οι Κριτικές Επιτροπές γκρινιάζουν, “πώς είναι δυνατόν τόσο πολλές ταινίες σε λίγες μέρες”. Μετά, όμως, και οι ίδιες κάνουν τα ίδια, όταν την επόμενη χρονιά αναλαμβάνουν την ευθύνη της πρόκρισης, σύμφωνα με το σύστημα που είχε αποφασίσει ο Αντώνης Παπαδόπουλος. Σκέφτομαι να προχωρήσουμε σε μια πιο μόνιμη ομάδα επιλογής ταινιών, ίσως από του χρόνου. Με ανθρώπους που να το ψάχνουν το θέμα. Είναι πολύ σημαντικό το curating του εθνικού τμήματος, επηρεάζει την πορεία της ελληνικού μήκους ταινίας, έχει να κάνει με την ικανότητα να διακρίνεις τις τάσεις της εποχής, να σκεφτείς πού θέλουμε να πάμε, πού πρέπει να ποντάρουμε. Τα ίδια ισχύουν και για το Διεθνές Τμήμα, με τη διαφορά ότι είναι πιο safe οι επιλογές, κανείς δεν αναρωτιέται γιατί κόπηκε ο…. Γιώργος. Από την άλλη βλέπουμε 2-2,5 χιλιάδες ξένες ταινίες κάθε χρόνο, άλλου είδους δυσκολία αυτή, ενώ πάλι θέλουμε να έχουμε άποψη, να κάνουμε προτάσεις, όχι να αρκούμαστε σε ένα best of των ξένων φεστιβάλ».

Μπορεί η Δράμα να ανταγωνιστεί τα ξένα φεστιβάλ; «Φυσικά, τα 3-4 μεγάλου βεληνεκούς, όπως του Κλερμόν Φεράν, σε μικρές πόλεις γίνονται. Το φεστιβάλ έχει ήδη μεγάλο πρεστίζ στο εξωτερικό, μην ξεχνάτε ότι είμαστε μέλος του Short Film Initiative της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, εξασφαλίζοντας απευθείας υποψηφιότητα στα βραβεία της για την ταινία του διεθνούς διαγωνιστικού. Η προηγούμενη διοίκηση είχε βάλει στόχο να κερδίσει το ίδιο και για τα Όσκαρ, θα το κυνηγήσουμε κι εμείς. Γενικά πάντως θέλω να δώσουμε ώθηση στο Διεθνές Τμήμα, έτσι ώστε τουλάχιστον να είμαστε πρωτοπόροι στα Βαλκάνια».

Με το κοινό τι γίνεται; Έχει φτάσει στα όριά του, δεδομένου ότι οι δύο αίθουσες («Ολύμπια» και Δημοτικό Ωδείο) δεν είναι δα και πελώριες; Και η Καπναποθήκη Περδίκκα έχει πολύ δρόμο μπροστά της μέχρι να μετατραπεί σε ένα Palais της Δράμας. «Το φεστιβάλ είναι βαθιά ριζωμένο στο dna της πόλης και οι αίθουσες είναι γεμάτες. Χρειάζονται, βέβαια, πολλά ακόμα να γίνουν για τη σύσφιγξη των σχέσεών μας με την πόλη, μέχρι να δοκιμαστούμε και σε μεγαλύτερες αίθουσες, όπως το αξίζουμε». Ο Γιάννης Σακαρίδης αναφέρεται σε κάτι που πολύ πιστεύει. «Δράσεις τού φεστιβάλ σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς και εκπαιδευτικά προγράμματα σε σχολεία. Ακόμα κι ένα μεταπτυχιακό στο σινεμά που θα μπορούσε να γίνει σε συνεργασία με το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο».

Η επόμενη διοργάνωση έχει οριστεί για 20-26 Σεπτεμβρίου. Μήπως οι προετοιμασίες γίνονται ερήμην του κορωνοϊού; Ο Γιάννης Σακαρίδης δεν κρύβει την αγωνία του.

«Υπάρχει θέμα, δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε. Όλοι ελπίζουμε, πάντως, ότι τα φεστιβάλ θα ξανανοίξουν, όπως και η καθημερινότητά μας. Προχωράμε κανονικά τη δουλειά μας και, ευτυχώς, οι μικρού μήκους ταινίες αντέχουν, υπάρχει παραγωγή».