Aίθρια Λογοτεχνικά Απογεύματα 23

Το έργο δύο σημαντικών Δραμινών παρουσίασε χθες το απόγευμα ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Παύλος Μεθενίτης στον θερινό κινηματογράφο «Αλέξανδρο» με αφορμή τα τελευταία τους βιβλία. Πρόκειται για την ποιήτρια Καλλιόπη Εξάρχου και τον πολυσχιδή καλλιτέχνη Φαίδωνα Πατρικαλάκι που δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας.

“Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ” του διακεκριμένου ζωγράφου, ενδυματολόγου-σκηνογράφου και λογοτέχνη (εκδόσεις Μανδραγόρας, 2017), αποτελεί το “κύκνειο άσμα” στο χώρο της λογοτεχνίας του πολυγραφότατου Φ.Πατρικαλάκι. Για το βιβλίο μίλησε, εκτός από τον Παύλο Μεθενίτη, η ποιήτρια και δικηγόρος, Πολύνα Γ. Μπανά και ο εκδότης του συγγραφέα Κώστας Κρεμμύδας.

Ο Φαίδων Πατρικαλάκις, διέπρεψε, σχεδόν για έξι δεκαετίες, στο χώρο της ζωγραφικής, της ενδυματολογίας της σκηνογραφίας, της γλυπτικής, της κεραμικής, της ποίησης, της πεζογραφίας αλλά και της θεωρίας & ιστορίας της ενδυματολογίας, της μουσικής, ακόμη και της λαογραφίας.
Για την ποιητική συλλογή “ΤΟΣΟ ΗΘΕΛΕ ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ” της ποιήτριας και Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Θεατρολογίας του Α.Π.Θ., Καλλιόπης Εξάρχου (εκδόσεις Σοκόλη, 2020), μίλησε ο Παύλος Μεθενίτης και η Πολύνα Γ. Μπανά, και βέβαια η ίδια η ποιήτρια η οποία μοιράστηκε με το κοινό του Φεστιβάλ ένα πολύ όμορφο κείμενό της για την ποιηση.


Ακολουθεί αυτούσια η παρουσίαση του Παύλου Μεθενίτη:

“Η Ειρήνη της Δράμας” (βιογραφικό μυθιστόρημα), Φαίδων Πατρικαλάκις (εκδόσεις Μανδραγόρας, 2017).

«Ξέρεις πόσο είναι οδυνηρό να ζεις σ’ ένα μέρος χωρίς να γνωρίζεις την ιστορία του;

Απόκρημνος ίσκιος, αγνοώντας τον προορισμό του

Περιφέρομαι ανάμεσα από ακέφαλα αγάλματα και ακρωτηριασμένες κολόνες.

Μερικές απ’ αυτές βρίσκονται μέσα στο ρέμα,

Με τίποτα η ορμή του νερού δεν είναι ικανή να τις μετακινήσει.»

Αυτό είναι ένα απόσπασμα από το ποίημα «Χωρίς Ιστορία», από το βιβλίο «Η Ειρήνη της Δράμας», του Φαίδωνα Πατρικαλάκι, από τις εκδόσεις Μανδραγόρας, 2017. Ο Πατρικαλάκις, φίλες και φίλοι των Αίθριων Λογοτεχνικών Απογευμάτων του 43ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, έφυγε από τη Δράμα, και τον κόσμο, πριν από τρία χρόνια, στα 82 του. Λέω «από τη Δράμα και τον κόσμο», γιατί η γενέτειρα αυτού του σημαντικού εικαστικού, σκηνογράφου και λογοτέχνη, ήταν το κέντρο, ο άξονας, γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν η ζωή του και το έργο του. Αν και σπούδασε και έζησε στο εξωτερικό, στη Γαλλία και αλλού, ο Πατρικαλάκις γεννήθηκε και πέθανε εδώ, στην Δράμα.

Η ηρωίδα του βιβλίου του, η Ειρήνη της Δράμας, δεν γεννήθηκε εδώ, ήταν μια φράγκισσα αρχοντοπούλα, αλλά κι αυτή πέθανε στη Δράμα στις αρχές του 14ου αιώνα – το 1317. Ναι, η Γιολάντα του Μομφεράτου, μέλος του Οίκου των Αλεράμιτσι, Ιταλών ευγενών Φράγκικης καταγωγής της Βορειοδυτικής Ιταλίας, πήρε το ορθόδοξο όνομα Ειρήνη όταν έγινε η δεύτερη σύζυγος του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Παλαιολόγου, του δεύτερου με αυτό το όνομα.

Τώρα θα μου πείτε, τί νταλκά είχε ο Πατρικαλάκις με την Ειρήνη της Δράμας; Δεν υπάρχει απάντηση επ’ αυτού. Η Τέχνη αποφασίζει τα αφ’ εαυτής: ο μυθιστορηματικός βίος της Γιολάντας τη Μομφερατικής ρίζωσε και κάρπισε μέσα στο κεφάλι του Φαίδωνα, πλημμυρίζοντάς τον εικόνες και λέξεις, αναγκάζοντάς τον, κυριολεκτικά, να καταπιαστεί μαζί της. Αυτή η ταύτιση των δύο, του του ιστορικού προσώπου και του αφηγητή του βίου του, ενδυναμωμένη από την κοινή εντοπιότητα, έφτασε σε μεγάλα βάθη, και ύψη, κυρίες και κύριοι.

Διαβάζω το βιβλίο, και βλέπω των Πατρικαλάκι να μπλέκει τη ζωή του μ’ εκείνη της Ιταλογαλλίδας αριστοκράτισσας, της κόρης του γαλαζοαίματου καθάρματος που σύλησε και δήωσε την Κωνσταντινούπολη το 1204, στην πρώτη της Άλωση, των Σταυροφόρων. Δεν έχω διαβάσει τα άλλα έργα του συγγραφέα, και μάλιστα τις βιογραφίες του, αλλά εδώ, σ’ αυτό το βιβλίο, αυτή η συνύφανση είναι αξιοπρόσεκτη.

Μιλώ για παράλληλες αφηγήσεις, για ερωταποκρισεις τύπου συνέντευξης, ακόμα και για ιδιωτική, εκ βαθέων, συνομιλία του συγγραφέα με το πρόσωπο που βιογραφεί – ή αυτοβιογραφεί, αν μου επιτρέπεται αυτός ο εντελώς αδόκιμος, αλλά ταιριαστός με το πνεύμα και το σώμα του βιβλίου όρος. Δε ξέρω – αλήθεια, η δομή του βιβλίου είναι εντελώς ιδιόμορφη και ενδιαφέρουσα, και σίγουρα καμία σχέση δεν έχει ούτε με συνηθισμένο ιστορικό μυθιστόρημα, ούτε με τυπική βιογραφία, και δεν είναι ακριβώς ούτε ποίηση ούτε πρόζα.

Στην πραγματικότητα είναι κάτι απ΄όλα αυτά, είναι ένα εικαστικό έργο με λέξεις, ένα φωτεινό, πολύχρωμο αφήγημα, που φέρνει την Ιστορία, με γιώτα κεφαλαίο, στα μέτρα του συγγραφέα. Ο Πατρικαλάκις βουτάει με θάρρος την πένα του στη παλέτα των ιστορικών χρωμάτων: κόκκινο για την αδιανόητη αγριότητα των αιμοδιψών Βυζαντινών και Δυτικών Αρχόντων του Μεσαίωνα, χρυσό για την απαράμιλλη χλιδή και τον τρυφηλό τους βίο, σκούρο γκρίζο για τη ψευδεπίγραφη, ταγκή ευλάβειά τους που είχε κάνει πουρί στους τοίχους των μοναστηριών και των παλατιών, γαλάζιο για την αγάπη, που ακόμα κι αυτά τα χρυσοποίκιλτα τέρατα, αυτά τα εξουσιοφρενή παγόνια ηταν ικανά να νιώσουν για κάποιους κοντινούς τους ανθρώπους, όταν δηλαδή δεν τύφλωναν τους αδελφούς τους ή δεν στραγγάλιζαν του εραστές τους, κι ακόμα, πράσινο, φωτεινό, λαμπερό, σμαραγδένιο πράσινο για την ελπίδα, φίλες και φίλοι, για την ελπίδα της Ειρήνης-Γιολάντας, και του Φαίδωνα Πατρικαλάκι, πως κάποια στιγμή τα πράγματα θα διορθωθούν, πως το καλό θα υπερισχύσει, πως το ψεύδος, η αρρώστια και το έρεβος θα ηττηθούν, και μάλιστα κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Της δικής μας, του Πατρικαλάκι και της Ειρήνης της Μομφερατικής….

Κι εν τω μεταξύ, μέχρι να φτιάξουν τα πράγματα, εμείς περιφερόμαστε σαν απόκρημνοι ίσικιοι «ανάμεσα από ακέφαλα αγάλματα και ακρωτηριασμένες κολόνες», έχοντας όμως σαν σταθερό, ακίνητο σημείο, σαν πολικό αστέρα των ουρανών μας, την πόλη μας, τον τόπο μας, το δικό μας μέρος. Για τον Φαίδωνα και την Ειρήνη ήταν η Δράμα.
Σας ευχαριστώ.

“Τόσο ήθελε το στήθος” (ποίηση), Καλλιόπη Εξάρχου (εκδόσεις Σοκόλη, 2020)

Φίλες και φίλοι καλησπέρα σας.

Τα Αίθρια Λογοτεχνικά Απογεύματα του 43ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, έχουν την χαρά να φιλοξενούν την κυρία Καλλιόπη Εξάρχου. Δραμινή πανεπιστημιακός, λέει το βιογραφικό της, δηλαδή Αναπληρώτρια καθηγήτρια θεατρολογίας στο τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης.

Όμως, απόψε η κυρία Εξάρχου δεν είναι εδώ με την ακαδημαϊκή, αλλά με την ποιητική της ιδιότητα: «Τόσο ήθελε το στήθος», είναι ο τίτλος της ποιητικής της συλλογής, από τις εκδόσεις Σοκόλη. Να πω πως δεν είναι η πρώτη φορά που τα Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια έχουν τη χαρά να καταπιάνονται με το έργο της κυρίας Εξάρχου: πριν από τέσσερα χρόνια, το 2016, είχα μιλήσει για τη μελέτη της «Δημήτρης Δημητριάδης: το Θέατρο του Ανθρωπισμού». Τότε, είχα ξεκινήσει την παρουσίασή μου με ένα στίχο της: «Μοναξιά ως έρημος / Ανυπεράσπιστη / Ανεπίστρεπτη / Ωραία / Ως θάνατος».

«Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί», είχε πει κάποτε ο Σίγκμουντ Φρόυντ, και σκέφτομαι πως η ποίηση τελικά έχει πάντα την απάντηση, όποιο και να είναι το ερώτημα που θέτουν οι ανθρωπιστικές επιστήμες. Από το «Θέατρο του Ανθρωπισμού» λοιπόν και την ωραία ως θάνατο μοναξιά του τότε, απόψε η κυρία Εξάρχου θα μας πάει, με το βιβλίο της, στον θετικό πόλο της ανθρώπινης ψυχής, σ’ αυτόν που βρίσκεται διαμετρικά απέναντι από τον θάνατο, στον πόλο του έρωτα. Θα μπορούσε να πει κανείς πως αυτοί οι δύο πόλοι, το συν και το πλην, ο θάνατος κι ο έρωτας, δίνουν ενέργεια στην ανθρώπινη ψυχή, τροφοδοτούν εκείνη τη γεννήτρια που λειτουργεί μέσα στα κεφάλια των ποιητών, παράγοντας ποιήματα που κάνουν τη ζωή μας καλύτερη, όπως αυτό που έδωσε τον τίτλο στην ποιητική συλλογή της κυρίας Εξάρχου:

Κι εγώ ήξερα / πως / τα λόγια του θέρους / κόβουν σα μαχαίρια / έφτασε / μια σταγόνα θάλασσα / ανυπεράσπιστη / να ξεγελάσει / τη μνήμη / Τόσο ήθελε / το στήθος.

Καιρό είχα να διαβάσω ένα τόσο σωματικό βιβλίο, φίλες και φίλοι. Το βιβλίο της είναι ένα ταξίδι στο Κορμί, με κάπα κεφαλαίο, όπου συμβαίνει ο έρωτας.

«Εἴμαστε σώματα, εἴμαστε πάνω ἀπ’ ὅλα, πρωτίστως καί σχεδόν ἀποκλειστικά σώματα, καί ἡ κατάσταση τοῦ σώματός μας ἀποτελεῖ τήν πραγματική αἰτία τῶν περισσότερων ἀπό τίς διανοητικές καί ἠθικές μας ἀντιλήψεις». Αυτό το είχε γράψει ο Μισέλ Ουελμπέκ, στη «Δυνατότητα ενός νησιού», κι είναι σαν να το είχε συνεχώς η κυρία Εξάρχου στο μυαλό της, όταν διάλεγε, μια – μια τις λέξεις, για να γράψει αυτά τα ποιήματα. Μια – μία τις λέξεις, σαν να τις διάλεγε μέσα από ένα κουτί με βελόνες.

Οι ακριβείς, αιχμηρές λέξεις της Καλλιόπης κεντούν την επιδερμίδα, νύσσουν το δέρμα κι από εκεί εισχωρούν στη ψυχή, διηθούνται – μιλάω για μια ώσμωση πνεύματος και αίματος, μια ανταλλαγή σωματικής ύλης και ψυχικής ενέργειας με το περιβάλλον.

Τα ποιήματα είναι διαρθρωμένα σε μια κυκλοτερή δομική κίνηση. Η αφήγηση ξεκινάει, σαν αμαξοστοιχία, από την αφετηρία, τη «μήτρα-μητρίδα», όπως επιγράφεται, και προχωράει: οι τίτλοι των ενοτήτων είναι χαρακτηριστικοί, σαν ονομασίες σιδηροδρομικών σταθμών: σώμα-έρωτας, μάτια-όραση, στόμα-φωνή, χείλη-φιλί, πνεύμονες-ανάσα, στήθος-σθένος, άκρα-δεσμοί-δεσμά, δέρμα-δέρας, ελελεύ… Κι εντέλει, το ποιητικό όχημα του βιβλίου κλείνει τον κύκλο, ξαναγυρίζει στην αρχή του, στη μήτρα-μητρίδα, σαν τον μυθικό ουροβόρο όφι που ολοκληρώνεται δαγκώνοντας την ουρά του. Δεν είναι τυχαίο το ακροτελεύτιο ποίημα: «Στα θραύσματα / στις αναγνώσεις τους / στα κουράγια μας / Αμήν»

Αμήν, αμήν, λέγω υμίν, φίλες και φίλοι. Αναγινώσκουμε τα θραύσματα της ψυχής μας, λέει η Καλλιόπη Εξάρχου, και μακάρι να μας φτάσουν τα κουράγια μας για να αντέξουμε τη φονική ομορφιά της ποίησης και του έρωτα. «Love will tear us apart», ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια, έλεγαν οι Joy Division, αλλά εγώ διαβάζω, στη σελίδα 85, στο ενδέκατο ποίημα της ενότητας «ελελεύ», το εξής ηρωικό, αντάρτικο και ερωτικό:

«Δεν θα μολύνω / τον έρωτα / που δεν εξαργυρώθηκε / Δεν θα αφήσω / να με συλήσουν / οριζοντίως / και καθέτως / Απλώς / μεχρι θανάτου / Δεν»
Κυρίες και κύριοι, μετά από αυτό το εκρηκτικό «δεν», δεν θα σας πω τίποτα άλλο. Θα σιωπήσω επιτέλους, καλώντας την ποιήτρια να μιλήσει η ίδια για την ποιητική της συλλογή. Και λάβετε, παρακαλώ, υπόψη σας, πως «Τη σιωπή / να την ακούτε / από μέσα προς τα έξω / Όλο και κάποιος / λυγμός / θα της κλείνει το στόμα».

Φίλες και φίλοι, η Καλλιόπη Εξάρχου