Γιάννης Σακαρίδης μίλησε στο Flix

Ο νέος Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Δράμας Γιάννης Σακαρίδης μίλησε στο Flix

Αναλαμβάνοντας το Φεστιβάλ πάνω σε μια κομβική στιγμή για τη διοργάνωση, αλλά και για την Ελλάδα και τον κόσμο, ο Γιάννης Σακαρίδης δηλώνει έτοιμος να συνεχίσει και να απογειώσει ένα θεσμό που μπορεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στο διεθνές τοπίο.

Έμπειρος κινηματογραφιστής, δημιουργός μπροστά και πίσω από την κάμερα με διεθνείς επιτυχίες, άνθρωπος χαμηλών τόνων αλλά υψηλών απαιτήσεων, ο Γιάννης Σακαρίδης αναλαμβάνει το Φεστιβάλ Δράμας σε μια στιγμή που η ελληνική ταινία μικρού μήκους βρίσκεται στο απόγειό της διεθνώς. Οι προκλήσεις είναι ακόμη περισσότερες, αφού η ανακοίνωση της επιλογής του για τη θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή συνέπεσε με την πανδημία του Covid-19 και την αβεβαιότητα που προκαλεί για το μέλλον διοργανώσεων όπως το Φεστιβάλ.

Στο Flix, o Γιάννης Σακαρίδης μιλάει για τη σχέση του με το Φεστιβάλ Δράμας, τη δική του οπτική πάνω στις βελτιώσεις που απαιτούνται για τον εκσυγχρονισμό του και τον τον πολύπλευρο ρόλο που καλείται να παίξει στην κινηματογραφική κοινότητα, εντός και εκτός συνόρων, τις πρώτες σκέψεις για τη διεξαγωγή του Φεστιβάλ τον ερχόμενο Σεπτέμβριο αλλά και για τα δικά του κινηματογραφικά σχέδια μετά τις επιτυχίες του «Wild Duck» και του «Amerika Square».

Γιατί πιστεύεις ότι επιλέχθηκες ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Δράμας; Η θετική σου απάντηση ήταν δεδομένη ή χρειάστηκε να «ζυγίσεις» πράγματα και καταστάσεις πριν αποφασίσεις;

Ο ενθουσιασμός και η αγάπη που έδειξαν για το μέλλον του Φεστιβάλ ο Πρόεδρος του Οργανισμού, Γιώργος Δεμερτζής, ο Δήμαρχος Δράμας, Χριστόδουλος Μαμσάκος, η Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού, Λίνα Μενδώνη με τον Γενικό Γραμματέα Σύγχρονου Πολιτισμού, Νικόλα Γιατρομανωλάκη, πιστεύω θα έπειθαν πολλούς κινηματογραφιστές να αναλάβουν τη θέση. Είναι μεγάλη τιμή και ελπίζω να είμαι αντάξιος των προσδοκιών όλου του χώρου που έτρεξε σύσσωμος να με στηρίξει. Για χρόνια τώρα προτιμώ να δουλεύω σε κάτι που πιστεύω πολύ, με μια ομάδα ανθρώπων γύρω μου που εμπιστεύομαι.

Πόσο καλά γνωρίζεις το Φεστιβάλ; Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του Φεστιβάλ Δράμας που θεωρείς σωστά, καίρια, ενδιαφέροντα και θα επενδύσεις πάνω τους και ποια είναι εκείνα που, ίσως, σταδιακά θεωρείς ότι πρέπει να εκλείψουν;

Πηγαίνω στο φεστιβάλ από το 1993. Μάλιστα πρόσφατα βρήκα τον κατάλογο από εκείνη τη χρονιά στη βιβλιοθήκη μου. Βασιλικός, Γουδέλης στην πολυμελή κριτική επιτροπή με ταινίες από Νίκο Τριανταφυλλίδη, Λευτέρη Χαρίτο, Φίλιππο Τσίτο, Βασίλη Λουλέ, Δημήτρη Αθανίτη, Γιάννη Κατσάμπουλα κ.ά. Hταν το φεστιβάλ όπου γνώρισα τον Νίκο Τριανταφυλλίδη και όχι μόνο, με τα τηλέφωνά του στο Λονδίνο ακόμη σημειωμένα χειρόγραφα στον κατάλογό μου. Χρόνια φιλίας μετά, συνεργαστήκαμε στο «I Put a Spell on Me». Ήδη από εκείνη την εποχή, το φεστιβάλ είχε αρχές που θα ήθελα να τιμήσω. Το φεστιβάλ, όπως τότε, επί Δερμεντζόγλου και κατόπιν επί Παπαδόπουλου, θα είναι ανοικτό σε όλες τις τάσεις του σινεμά, θα είναι προϊόν συλλογικού οράματος και εργασίας, θα στηρίζεται στην πείρα και εμπειρία κινηματογραφιστών με συμμετοχή σε οργανωτικές και προκριματικές επιτροπές. Επίσης πολύ σημαντική για όλους μας είναι η Εκπαίδευση σε όλα τα ηλικιακά επίπεδα στη διάρκεια της χρονιάς, το Pitching Lab και το Drama Mini Talent Lab τα οποία φέτος θέλουμε να τα ενισχύσουμε on line και σε πλατφόρμα. Θα επανασυνδεθούμε με δημιουργούς που τα τελευταία χρόνια για διάφορους λόγους δεν έρχονταν στη Δράμα και σχεδιάζουμε εκπαιδευτικά προγράμματα με βραβευμένους κινηματογραφιστές, ηθοποιούς, παραγωγούς και τεχνικούς από τα προηγούμενα χρόνια του φεστιβάλ.

Ως σκηνοθέτης και μοντέρ, θεωρείς ότι έχεις τα εργαλεία (ποια είναι αυτά;) για να αντιμετωπίσεις την έντονη διοικητική / δημοτική / κρατική πλευρά του Φεστιβάλ Δράμας;

Η εντύπωση που έχω από την ομάδα του φεστιβάλ και τους φορείς που στηρίζουν τον Πολιτιστικό Οργανισμό με κάνει αισιόδοξο ότι θα επικρατήσει μια μοντέρνα αντίληψη και ευθύτητα στη διαχείριση. Από την άλλη θεωρώ ότι όποιος έχει καταφέρει να κάνει παραγωγή 2 μεγάλου μήκους low budget ταινιών στην Ελλάδα που ταξίδεψαν με επιτυχία στο εξωτερικό, έχει αποδεχθεί τη πραγματικότητα της καθημερινής σχέσης με το Δημόσιο και έχει καταλάβει ότι οι δυνατότητές μας είναι μεγάλες, αρκεί να βλέπουμε το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο.»

Το Φεστιβάλ Δράμας είναι εδώ και χρόνια διεθνές, αλλά το ξένο πρόγραμμά του είναι σταθερά πιο παραγνωρισμένο (ενδεχομένως και πιο αδύναμο) από το ελληνικό και σε κάθε περίπτωση δεν αναδεικνύεται όπως θα του αναλογούσε. Πώς σκοπεύεις να το βελτιώσεις αυτό;

Διεθνείς κινηματογραφικοί θεσμοί όπως η Fipresci, η Διεθνής Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου, φαίνεται να μη συμφωνούν με αυτό που λέτε, αφού το report που έγινε πέντε χρόνια πριν για το φεστιβάλ ήταν τόσο θετικό που είχε ως αποτέλεσμα να μη λείπουν από τότε οι επιτροπές της από το φεστιβάλ. Επίσης, η Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου (EFA) δίνει σε 22 φεστιβάλ στον κόσμο τη δυνατότητα να έχουν έναν νικητή απευθείας υποψήφιο για τα βραβεία της. Δύο φορές τα τελευταία χρόνια η επιλογή της Δράμας ήταν αυτή που πήγε στα μεγάλα EFA και έλαβε τη διάκριση Best European Short Film («The Wholly Family» του Τέρι Γκίλιαμ, 2011 και το «Picnic» του Γιούρε Πάβλοβιτς, 2015). Είμαστε πολύ κοντά στο να αποκτήσουμε και Όσκαρ qualification για το νικητή βραβείου, που θα προκαλέσει σίγουρα κι άλλο ενδιαφέρον για το Φεστιβάλ. Εξασφαλίζουμε κατά μέσο όρο 10 Παγκόσμιες Πρεμιέρες και 12 Ευρωπαϊκές Πρεμιέρες το χρόνο και υπάρχουν χώρες που πριμοδοτούν το ταξίδι των σκηνοθετών όταν η ταινία τους έχει επιλεγεί στο διαγωνιστικό της Δράμας, που σημαίνει ότι το θεωρούν Α-List, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Γαλλικό Κέντρο Κινηματογράφου να δίνει credits για επόμενη χρηματοδότηση σε κινηματογραφιστές που η ταινία τους είχε περάσει από τη Δράμα.

Ο ως τώρα πολύ μεγάλος αριθμός των ταινιών που επιλέγονται για το Εθνικό Διαγωνιστικό Τμήμα έχει συγκεντρώσει (και) έντονα αρνητικά σχόλια. Ποια είναι η θέση σου; Θα αλλάξει κάτι σ’ αυτό;

Το Φεστιβάλ καλούσε μια Κριτική Επιτροπή στο Εθνικό διαγωνιστικό που είχε 60-70 ταινίες. Συμμετείχα κι εγώ σε δύο από αυτές. Λέγαμε λοιπόν μαζί με τους δημοσιογράφους άλλοι έντονα και άλλοι ψιθυριστά ότι είναι πολλές οι ταινίες για ένα πενθήμερο πρόγραμμα. Μετά το Φεστιβάλ μας καλούσε στην Προκριματική Επιτροπή να δούμε τις 250 ταινίες της επόμενης χρονιάς. Και τότε ερχόμασταν αντιμέτωποι με αυτό που «κατηγορούσαμε». Επιλέγαμε 70 ταινίες. Και τον Σεπτέμβριο μας κατηγορούσε η επόμενη επιτροπή για τις πολλές ταινίες… Σίγουρα για μένα το σημαντικό είναι ποιες ταινίες και όχι πόσες ταινίες επιλέγεις. Μια ομάδα συνεργατών ως Προκριματική Επιτροπή αλλά και ένα ξεχωριστό αναβαθμισμένο Σπουδαστικό Εθνικό Διαγωνιστικό θα βοηθούσε την επιλογή των ταινιών χωρίς την αριθμητική πίεση. Σίγουρα το ποιοτικό επίπεδο ανεβαίνει συνέχεια. Η μικρού μήκους στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή είναι στο απόγειό της.

Θα συνεχίσεις το σχέδιο της χρήσης της Καπναποθήκης ως κέντρου του Φεστιβάλ, το οποίο, παρά τις κατά καιρούς «διακηρύξεις», βρίσκεται ακόμα μόνο σε συζητήσεις; Σε σχέση με το πρόβλημα της αίθουσας (Ολύμπια) που προφανώς είναι ακατάλληλη για ένα Φεστιβάλ του μεγέθους της Δράμας, τι ιδέες υπάρχουν;

Η Καπναποθήκη και η αναζήτηση μεγαλύτερης αίθουσας προβολής είναι θέματα που εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες πέραν των αρμοδιοτήτων ενός καλλιτεχνικού Διευθυντή. Ο Πρόεδρος του Οργανισμού, ο Δήμαρχος Δράμας και ο Περιφερειάρχης σε άμεση συνεργασία με το ΥΠ.ΠΟ.Α, εξετάζουν όλες τις πιθανότητες προς εξεύρεση λύσης. Όπως αντιλαμβάνομαι με τις εκλογές άλλαξαν πολλοί άνθρωποι σε θέσεις κλειδιά οπότε με τον κατάλληλο συντονισμό πιστεύω ότι θα έχουμε εξελίξεις.

Στο πεδίο της εκπαίδευσης, τι ρόλο θα μπορούσε να παίξει το Φεστιβάλ Δράμας και πώς πιστεύεις ότι αυτό θα μπορούσε να υλοποιηθεί;

Θα δοθεί μεγάλη έμφαση από όλους μας στην εκπαίδευση. H Σχολή Κινηματογράφου στη Δράμα όπως και η μεταστέγαση στην καπναποθήκη Περδίκα, ήταν ένα όνειρο ζωής και μέχρι τέλους επιδίωξη του Αντώνη Παπαδόπουλου. Θα γίνονται μαθήματα σε Σχολεία όλη τη χρονιά, το Pitching Lab θα ενισχυθεί σημαντικά και οι βραβευμένοι κινηματογραφιστές, ηθοποιοί και τεχνικοί του φεστιβάλ θα δώσουν masterclasses, σεμινάρια και θα κάνουν προβολές κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Και φυσικά θα συνεχίσουμε τον Διεθνή Μαθητικό Διαγωνισμό Ταινιών Μικρού Μήκους «Cinema…διάβασες;»

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των τελευταίων χρόνων σε επίπεδο εξωστρέφειας και παρά το «περιεχόμενο» του Φεστιβάλ που είναι απόλυτα νεανικό, σύγχρονο και δυναμικό, το Φεστιβάλ Δράμας δεν μοιάζει να έχει εναρμονιστεί με την έννοια του σημερινού, σύγχρονου Φεστιβάλ που αφορά εξίσου το εξωτερικό, όσο και το εσωτερικό. Ποιες είναι οι σκέψεις σου πάνω σε αυτό το θέμα;

Γινόταν πολλή δουλειά μέσα στο χρόνο από εκλέκτορες και τον Αντώνη Παπαδόπουλο που έβλεπαν περισσότερες από 2000 ταινίες και πρότειναν ταινίες που δεν είναι απλώς οι best of των άλλων φεστιβάλ ή απλώς αυτές που θα κυκλοφορήσουν από τη διανομή. Θέλει σίγουρα ρίσκο, αλλά και ενθάρρυνση από τον εθνικό τύπο. Η συνέχεια θα είναι ανάλογη. Είχα την τύχη να ταξιδέψω σε πολλά φεστιβάλ με τις ταινίες μου και θα συνεργαστώ με συνάδελφους μου που θα ζητήσουμε να βοηθήσουν με την πείρα τους. Πολύ σημαντικό και πρωτοποριακό το πρόγραμμα «Το Φεστιβάλ Δράμας ταξιδεύει» που ξεκίνησε το 1994 με μετακίνηση Μηχανικού και Μηχανής προβολής σε 9 πόλεις τότε, και σήμερα έφτασε τις 90 πόλεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Υπάρχουν χιλιάδες θεατές που αγάπησαν τη μικρού μήκους μέσω του θεσμού αυτού και πλέον πολλά φεστιβάλ στον κόσμο έχουν οικειοποιηθεί το θεσμό. Οι θεατές και οι επαγγελματίες του χώρου που ασχολούνται περισσότερο με το Ελληνικό Διαγωνιστικό ίσως να μη μπορούν να παρακολουθήσουν και το Διεθνές αλλά αυτό δεν σημαίνει πως το διεθνές τμήμα του Φεστιβάλ Δράμας δεν είναι δυνατό. Το καταλαβαίνω αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι γι αυτό.

Γιάννης Σακαρίδης

Γιάννης Σακαρίδης

Η εντύπωση που έχω από την ομάδα του φεστιβάλ και τους φορείς που στηρίζουν τον Πολιτιστικό Οργανισμό με κάνει αισιόδοξο ότι θα επικρατήσει μια μοντέρνα αντίληψη και ευθύτητα στη διαχείριση. Από την άλλη θεωρώ ότι όποιος έχει καταφέρει να κάνει παραγωγή 2 μεγάλου μήκους low budget ταινιών στην Ελλάδα που ταξίδεψαν με επιτυχία στο εξωτερικό, έχει αποδεχθεί τη πραγματικότητα της καθημερινής σχέσης με το Δημόσιο και έχει καταλάβει ότι οι δυνατότητές μας είναι μεγάλες, αρκεί να βλέπουμε το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο.

Πότε άρχισε να σ’ ενδιαφέρει προσωπικά το νέο ελληνικό σινεμά και ποια ήταν (πώς μετατράπηκε) η αίσθησή σου γι’ αυτό;

Πρωτάκουσα για τον Αγγελόπουλο πολύ μικρός, όταν ζούσα σε μια κωμόπολη της Βόρειας Ελλάδας, στη Σκύδρα, απ’ όπου περνούσε συχνά για ρεπεράζ και γυρίσματα στην αγαπημένη του Φλώρινα και έξω από την Έδεσσα. Έμελλε να είναι η πρώτη μου επαφή με κάποιον σκηνοθέτη. Μ’ έκανε να αισθανθώ το πάθος του για το σινεμά, την ατέλειωτη αναζήτησή του, αλλά και την κουλτούρα που κουβαλούσε μαζί του. Όταν ζεις στην επαρχία, το να βλέπεις μπροστά σου (σε γυρίσματα στη Φλώρινα) τα ιερά τέρατα του παγκόσμιου σινεμά όπως τον Μαστρογιάνι, τη Ζαν Μορό, τον Τεό και τους συνεργάτες του, είναι μια ανεκτίμητη εμπειρία για όλους. Χρόνια αργότερα στο Λονδίνο, όπου σπούδαζα κινηματογράφο, παρακολούθησα όλες τις ταινίες του Αγγελόπουλου στο Riverside Studios και έκλεισε ένας κύκλος αναζήτησης. Έχω δουλέψει ως μοντέρ με τον Πανουσόπουλο, τον Γραμματικό, τον Τριανταφυλλίδη αλλά και με δεκάδες άλλους από τις νεότερες γενιές. Αγαπώ τις ταινίες πολλών Ελλήνων σκηνοθετών αλλά και πάντα πίστευα στη μεγάλη καταξίωση της γενιάς μου. Θεωρώ το 1998 με τη ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, «Από την Άκρη της Πόλης» και το 2009 με τη «Στρέλλα» του Πάνου Χ. Κούτρα και τον «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου σημαντικούς σταθμούς του ελληνικού σινεμά. Είναι ενθαρρυντικό το «diversity», σε θεματολογία και στιλ, η παρουσία τόσο καλών Ελληνίδων σκηνοθετριών, η πληθώρα άριστων ηθοποιών, τεχνικών και η πρόοδος των Ελλήνων παραγωγών.

Παρακολουθείς τις ελληνικές μικρού μήκους ταινίες τα τελευταία χρόνια; Νιώθεις ότι σε ενθουσιάζουν; Βλέπεις κάποιες κοινές παραμέτρους μεταξύ τους;

Τα τελευταία χρόνια είχαμε σημαντικές επιτυχίες από τις μικρού μήκους ταινίες, που ίσως επισκίασαν κάποιες χρονιές τις ελληνικές μεγάλου μήκους σε διεθνή φεστιβάλ, από τους Κεκάτο, Κοτζαμάνη, Ζώη, Κολοβό, Αρτεμις Αναστασιάδου, Λέντζου, Νεοφώτιστο και πολλούς άλλους. Ζούμε ίσως τα καλύτερα χρόνια που θυμάμαι για τις μικρού μήκους σε αναγνωρισιμότητα στο εξωτερικό, σε συμπαραγωγές και διεθνή βραβεία. Η γενιά αυτή βοηθούμενη από την αλματώδη πρόοδο των Ελλήνων παραγωγών έχει μοντέρνα γραφή, άριστη τεχνική και κατασκευή, πλουραλισμό στη θεματολογία, συμμετοχή πολύ καλών ηθοποιών και μια ματιά που βλέπει την υφήλιο και τον υπόλοιπο κόσμο σαν να είναι η αυλή του σπιτιού τους. Chapeau!

Οι διεθνείς επιτυχίες των ταινιών μικρού μήκους (ειδικά τα τελευταία χρόνια) πώς μπορούν να ενισχύσουν το ίδιο το Φεστιβάλ και αντίστοιχα από τη μεριά του Φεστιβάλ να επιστρέψει αυτή η ενίσχυση στους δημιουργούς;

Το φεστιβάλ, όπως ήδη σας ανέφερα, φιλοδοξεί να δημιουργήσει πρόγραμμα με masterclasses, προβολές και on line ταινίες/εργαστήρια με τη συμμετοχή βραβευμένων σκηνοθετών, συντελεστών και ηθοποιών και ήδη δουλεύει προς αυτήν την κατεύθυνση. Το Pitching Lab, το Drama Mini Talent Lab, η ενθάρρυνση των συμπαραγωγών μέσω του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας αλλά και οι συνεργασίες μας με άλλα φεστιβάλ θα επιστρέψουν αυτή την ενίσχυση στους δημιουργούς.

Πώς κρίνεις την κατάσταση στο ελληνικό σινεμά σήμερα, ακόμη και μετά τη δεκαετία της κρίσης και των διεθνών επιτυχιών, σε επίπεδο χρηματοδότησης, συνθηκών παραγωγής και στήριξης της ελληνικής ταινίας – είσαι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος για το μέλλον;

Τα τελευταία χρόνια ήταν πολύ δύσκολα παρά τις διεθνείς επιτυχίες. Όπως διαπιστώσαμε με τον πιο δραματικό τρόπο την ανάγκη για καλύτερο Εθνικό Σύστημα Υγείας, θα δούμε σύντομα την ανάγκη για ενίσχυση του ελληνικού σινεμά από τη Πολιτεία. Δεν γίνεται αλλιώς. Ειδικά με κλειστά τα σινεμά αλλά και τα θέατρα για μήνες και περιορισμούς σε δημόσιους χώρους, ο ρόλος και η συμβολή της Πολιτείας στη σύγχρονη τέχνη έγινε ακόμη πιο σημαντικός. Υπάρχει βέβαια σοβαρότητα και καλύτερη επικοινωνία της πολιτείας με τον κινηματογραφικό χώρο. Ήδη υπάρχουν εξαγγελίες για τις μικρού μήκους, τα ντοκιμαντέρ και το animation. Ελπίζω να επεκταθούν στις μεγάλου μήκους και να ανεβεί, κι εννοώ να πολλαπλασιαστεί, το μπάτζετ για ταινίες από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου.

Είναι ακόμα κάπως πρώιμο, αλλά σκέφτεστε καθόλου τι εναλλακτικές υπάρχουν για το Φεστιβάλ Δράμας, εάν, τυχόν, τον Σεπτέμβριο δεν μπορούμε να μαζευόμαστε σε κλειστές αίθουσες;

Ελπίζουμε πως θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα και δουλεύουμε με δεδομένο πως θα είμαστε όλοι εκεί τον Σεπτέμβρη. Παράλληλα όμως σχεδιάζουμε την ανανέωση της ηλεκτρονικής μας σελίδας, μελετάμε σε ποια πλατφόρμα θα μπορούσαμε να δουλεύουμε, θέλουμε να συνεργαστούμε με το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που έχει κάνει μεγάλα βήματα σε αυτόν το τομέα και μέσω του Short Film Conference όπου ανήκουμε, είμαστε σε επαφή με άλλα φεστιβάλ που γίνονται τους επόμενους 2 μήνες όπως το Vienna Shorts κά. Το αγαπημένο μου Encounters στο Μπρίστολ που αρχίζει την ίδια βδομάδα με μας, ήδη έχει ανακοινώσει ότι το Διεθνές Διαγωνιστικό φέτος θα είναι online.

Γενικά και ανεξάρτητα από το Φεστιβάλ Δράμας, ποια πιστεύεις ότι θα είναι η «επόμενη μέρα» όταν λήξουν τα περιοριστικά μέτρα λόγω της πανδημίας για το σινεμά;

Η ιστορία μας διδάσκει ότι έχουν γραφτεί μεγάλα αριστουργήματα της Λογοτεχνίας όταν η ανθρωπότητα δοκιμάζεται. Οπότε να υποθέσω ότι αντίστοιχα θα γραφτούν και πολύ σημαντικά σενάρια. Όμως, όλη η κινηματογραφική κοινότητα έχει πληγεί οικονομικά. Η διανομή, τα φεστιβάλ, οι παραγωγές έχουν πάει πίσω, πολύς κόσμος έμεινε χωρίς δουλειά και φοβάμαι ότι αυτό το σοκ θα περάσει καιρός για να ξεπεραστεί. Η μικρού μήκους αντέχει και σε αυτή την κρίση, ήδη γίνονται ταινίες σε κλειστούς χώρους που αποτελούν τα πρώτα βήματα για να ξαναβρεθούν πιο γρήγορα οι δημιουργοί, οι ηθοποιοί και οι τεχνικοί στα γυρίσματα.

Η νέα σου θέση θεωρείς ότι θα επηρεάσει τη δημιουργική δουλειά σου; Κοινώς, να περιμένουμε από εσένα ταινία τα προσεχή χρόνια;

Είμαι σε δημιουργική δουλειά από το 1995 και πάντα συνδυάζω τις σκηνοθετικές μου αναζητήσεις δουλεύοντας παράλληλα κοντά σε άλλους σκηνοθέτες στο μοντάζ, στην παραγωγή και τώρα στο Φεστιβάλ. Η επόμενή μου ταινία είναι σε στάδιο ανάπτυξης, την έγραψα με την κινηματοθεραπεύτρια / ψυχολόγο Ντενίζ Νικολάκου, δουλεύοντας με τους ηθοποιούς Θέμιδα Μπαζάκα, Τάσο Νούσια, Sandra Von Ruffin, Γιάννη Στάνκογλου, Βασίλη Κουκαλάνι και Αλέξανδρο Λογοθέτη και έχει τίτλο «A Year Without Summer» («Μια Χρονιά Χωρίς Καλοκαίρι»).

Οι προγραμματισμένες ημερομηνίες διεξαγωγής για το 43ο Εθνικό / 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Δράμας είναι 20 έως και 26 Σεπτεμβρίου του 2020.