Από την Πλατεία Αμερικής στη Δράμα

Από την Πλατεία Αμερικής στη Δράμα

Άμεση ήταν η αντίδραση του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Αντώνη Παπαδόπουλου, είκοσι χρόνια στο τιμόνι του θεσμού, ανακοινώθηκε ο διάδοχός του, μια επιλογή του Διοικητικού Συμβουλίου που έγινε δεκτή και από την υπουργό Πολιτισμού. Και ήταν έκπληξη: ο επιτυχημένος μοντέρ και σκηνοθέτης Γιάννης Σακαρίδης, που μόλις το 2018 η δεύτερη ταινία του μεγάλου μήκους, «Πλατεία Αμερικής», ήταν η εθνική μας πρόταση για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας.

Θα ’λεγε κανείς ότι ο Σακαρίδης, που άλλωστε έλειψε πολλά χρόνια στο εξωτερικό, στην Αγγλία, χώρα των σπουδών του αλλά και μιας σημαντικής καριέρας μοντέρ, θα ήθελε να αφοσιωθεί στο σινεμά. Όχι στη διαχείριση ενός μεγάλου κρατικού φεστιβάλ με ιδιαίτερα ευαίσθητο χαρακτήρα, την προώθηση και ανάδειξη νέων κινηματογραφιστών.

Θα το εγκαταλείψει, άραγε, το σινεμά; «Όχι, βέβαια, άλλωστε το να είσαι ενεργός κινηματογραφιστής στην Ελλάδα σημαίνει ότι κάνεις μία ταινία τα πέντε χρόνια. Πιστεύω ότι θα μπορέσω να συνδυάσω Δράμα και ταινίες. Ίσα-ίσα που νιώθω ότι μπαίνω πολύ πιο μέσα στο σινεμά. Πάντα έκανα κι άλλα πράγματα παράλληλα με τις ταινίες μου, όπως το μοντάζ που, πέραν του ότι έκανα καριέρα, με βοήθησε πολύ και ως σκηνοθέτη».

Δεν του είχε ποτέ περάσει από το μυαλό να γίνει καλλιτεχνικός διευθυντής ενός φεστιβάλ. «Όλες μου οι φιλοδοξίες ήταν γύρω από το σινεμά. Όσο κι αν με συνάρπαζαν τα φεστιβάλ και αγαπούσα τόσο τη Δράμα, που πήγαινα ως θεατής από το 1993, αλλά και τη Θεσσαλονίκη. Μεγάλωσα στη Βόρεια Ελλάδα, είμαι από τη Σκύδρα της Πέλλας, και ξέρω πόσο σημαντικά είναι και τα δύο, ανάσες πολιτισμού για τον τόπο, πέρα από την προσφορά τους στο σινεμά».

Δεν διεκδίκησε τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή της Δράμας. Η πρόταση του ήρθε από τον πρόεδρο του Δ.Σ. Γιώργο Δεμερτζή και τον δήμαρχο Χριστόδουλο Μαμσάκο. Ήταν συνδεδεμένος με φεστιβάλ, είχε συμμετάσχει και βραβευτεί δύο φορές, είχε υπάρξει μέλος της Κριτικής και της Προκριματικής του επιτροπής. Δεν αποδέχτηκε την πρόταση αμέσως, χωρίς συζήτηση. «Τους είπα κάποια πράγματα που έχω στο μυαλό μου και είδα έναν μεγάλο ενθουσιασμό από τη μεριά τους. Διότι πολλά εξαρτώνται από την καλή μας συνεργασία. Είναι αποφασισμένοι να κάνουμε μια πολύ δυναμική αλλαγή και επανεκκίνηση του φεστιβάλ».

Τη χρειάζεται η Δράμα. Όσο κι αν το φεστιβάλ είναι απαραίτητο και κυρίαρχο στην καρδιά των μικρομηκάδων, όσα βήματα και αν έχει κάνει, δεν διαθέτει, ίσως, την εξωστρέφεια και την τόλμη της Θεσσαλονίκης, που εκτινάχτηκε όταν έκοψε εντελώς με κάποιες παλιές δουλείες του χώρου, παραγοντισμούς και σωματεία. Δεν θέλει να σχολιάσει το τελευταίο. «Δεν θα σπάσουμε αυγά κατευθείαν», λέει και γελάει. Τι έχει, λοιπόν, στο μυαλό του: ριζικές αλλαγές ή προσεκτικά βήματα;

«Θα μπούμε δυναμικά, θα κάνουμε αμέσως αλλαγές. Θα δοκιμάσουμε φρέσκες ιδέες και νέα πράγματα κι ας μη δουλέψουν από την πρώτη χρονιά. Ο στόχος του φεστιβάλ μπορεί να είναι σαφής, αλλά από κει και πέρα έχει σημασία πώς παρουσιάζεις το πρόγραμμα, όχι μόνο το ελληνικό, αλλά και το εκπληκτικό Διεθνές». Ένα από τα πρώτα πράγματα που σκέφτεται είναι ο τρόπος επιλογής των ταινιών για το διαγωνιστικό ελληνικό τμήμα. Συχνά ακούγονται κριτικές για ένα υπερφορτωμένο πρόγραμμα.

«Το να μειώσεις τις ταινίες είναι δύσκολο στην πράξη», λέει. «Έχει ανεβεί πολύ το επίπεδο. Ξέρω βέβαια ότι οι Κριτικές Επιτροπές γκρινιάζουν, “πώς είναι δυνατόν τόσο πολλές ταινίες σε λίγες μέρες”. Μετά, όμως, και οι ίδιες κάνουν τα ίδια, όταν την επόμενη χρονιά αναλαμβάνουν την ευθύνη της πρόκρισης, σύμφωνα με το σύστημα που είχε αποφασίσει ο Αντώνης Παπαδόπουλος. Σκέφτομαι να προχωρήσουμε σε μια πιο μόνιμη ομάδα επιλογής ταινιών, ίσως από του χρόνου. Με ανθρώπους που να το ψάχνουν το θέμα. Είναι πολύ σημαντικό το curating του εθνικού τμήματος, επηρεάζει την πορεία της ελληνικού μήκους ταινίας, έχει να κάνει με την ικανότητα να διακρίνεις τις τάσεις της εποχής, να σκεφτείς πού θέλουμε να πάμε, πού πρέπει να ποντάρουμε. Τα ίδια ισχύουν και για το Διεθνές Τμήμα, με τη διαφορά ότι είναι πιο safe οι επιλογές, κανείς δεν αναρωτιέται γιατί κόπηκε ο…. Γιώργος. Από την άλλη βλέπουμε 2-2,5 χιλιάδες ξένες ταινίες κάθε χρόνο, άλλου είδους δυσκολία αυτή, ενώ πάλι θέλουμε να έχουμε άποψη, να κάνουμε προτάσεις, όχι να αρκούμαστε σε ένα best of των ξένων φεστιβάλ».

Μπορεί η Δράμα να ανταγωνιστεί τα ξένα φεστιβάλ; «Φυσικά, τα 3-4 μεγάλου βεληνεκούς, όπως του Κλερμόν Φεράν, σε μικρές πόλεις γίνονται. Το φεστιβάλ έχει ήδη μεγάλο πρεστίζ στο εξωτερικό, μην ξεχνάτε ότι είμαστε μέλος του Short Film Initiative της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, εξασφαλίζοντας απευθείας υποψηφιότητα στα βραβεία της για την ταινία του διεθνούς διαγωνιστικού. Η προηγούμενη διοίκηση είχε βάλει στόχο να κερδίσει το ίδιο και για τα Όσκαρ, θα το κυνηγήσουμε κι εμείς. Γενικά πάντως θέλω να δώσουμε ώθηση στο Διεθνές Τμήμα, έτσι ώστε τουλάχιστον να είμαστε πρωτοπόροι στα Βαλκάνια».

Με το κοινό τι γίνεται; Έχει φτάσει στα όριά του, δεδομένου ότι οι δύο αίθουσες («Ολύμπια» και Δημοτικό Ωδείο) δεν είναι δα και πελώριες; Και η Καπναποθήκη Περδίκκα έχει πολύ δρόμο μπροστά της μέχρι να μετατραπεί σε ένα Palais της Δράμας. «Το φεστιβάλ είναι βαθιά ριζωμένο στο dna της πόλης και οι αίθουσες είναι γεμάτες. Χρειάζονται, βέβαια, πολλά ακόμα να γίνουν για τη σύσφιγξη των σχέσεών μας με την πόλη, μέχρι να δοκιμαστούμε και σε μεγαλύτερες αίθουσες, όπως το αξίζουμε». Ο Γιάννης Σακαρίδης αναφέρεται σε κάτι που πολύ πιστεύει. «Δράσεις τού φεστιβάλ σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς και εκπαιδευτικά προγράμματα σε σχολεία. Ακόμα κι ένα μεταπτυχιακό στο σινεμά που θα μπορούσε να γίνει σε συνεργασία με το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο».

Η επόμενη διοργάνωση έχει οριστεί για 20-26 Σεπτεμβρίου. Μήπως οι προετοιμασίες γίνονται ερήμην του κορωνοϊού; Ο Γιάννης Σακαρίδης δεν κρύβει την αγωνία του.

«Υπάρχει θέμα, δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε. Όλοι ελπίζουμε, πάντως, ότι τα φεστιβάλ θα ξανανοίξουν, όπως και η καθημερινότητά μας. Προχωράμε κανονικά τη δουλειά μας και, ευτυχώς, οι μικρού μήκους ταινίες αντέχουν, υπάρχει παραγωγή».